Ο αγώνας του θανάτου: Οι 11 ποδοσφαιριστές που ξεφτίλισαν το Χίτλερ και η εκτέλεση τους

Κίεβο, Ουκρανία, Δεκέμβριος 1941 – γερμανική κατοχή

Ο Νικολάι Τρούσεβιτς σήκωσε τον γιακά από το μακρύ παλτό του και χαμήλωσε την τραγιάσκα. Δεν ήθελε να τον αναγνωρίζουν. Περπατούσε στους δρόμους του Κιέβου που, κάποιους μήνες τώρα, στέναζε κάτω από τη ναζιστική μπότα και σκεφτόταν τρόπους να αποδράσει για να ενωθεί με τον Κόκκινο Στρατό. Πράγμα δύσκολο μέχρι και ακατόρθωτο.

Αναδημοσίευση από: topontiki.gr
ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΛΕΒΕΝΤΟΓΙAΝΝΗΣ

Οι δυνάμεις της Βέρμαχτ προέλαυναν σε ολόκληρο το Ανατολικό μέτωπο και είχαν φτάσει να πολιορκούν τη Μόσχα και το Λένινγκραντ. Σε λίγον καιρό ο Κόκκινος Στρατός θα ήταν ένα συνονθύλευμα ηττημένων, καταρρακωμένων κουρελήδων. Το περιστατικό όμως που είχε συμβεί λίγα λεπτά πριν στο γραφείο του αφεντικού του, από το οποίο βγήκε στους παγωμένους δρόμους οργισμένος και βρίζοντας, του τρυπούσε το κεφάλι.

«Πρέπει να αφήσεις τις βλακείες, Νικολάι, και να πας να παίξεις με τη Ρουχ».
«Μα είναι η ομάδα των δωσίλογων εθνικιστών, δουλικών των ναζί, πώς μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο; Γκεόργκι Σβετσόφ, μπορεί να είσαι το αφεντικό μου, μπορεί να μου έσωσες τη ζωή από το στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά κάτι τέτοιο μη μου το ζητάς».
«Ευτυχώς δεν την ξέχασες την Ντάρμιτσα και τι έκανα εγώ για σένα. Μην είσαι ηλίθιος. Θα έχεις ζεστό φαγητό, δεν θα πεινάς και δε θα σε ενοχλεί κανείς. Είσαι ο καλύτερος τερματοφύλακας της Σοβιετικής Ένωσης, σε θέλουν σαν τρελοί».
«Ξέχνα το, Γκεόργκι. Εγώ για μια ομάδα παίζω και αυτή είναι η Ντιναμό. Είμαι σοβιετικός πολίτης, δεν σκέφτεσαι τι αντίκτυπο θα έχει όλο αυτό στους συμπατριώτες μας;».
«Πφφ! Σταμάτα να αναφέρεις αυτή την ομάδα. Δεν υπάρχει πια, όπως δεν θα υπάρχει σε λίγο Σοβιετική Ένωση. Γίνε ρεαλιστής. Κανείς από αυτούς που σε χαιρετούν στον δρόμο δεν θα πεθάνει για σένα. Σκέψου το».
«Σε παρακαλώ, μη χαλάμε τις καρδιές μας, δεν θα πάω. Απλά άφησε με να συνεχίσω να δουλεύω στον φούρνο σου…».
Ο Νικολάι, χαμένος στις σκέψεις του, σταμάτησε την τελευταία στιγμή στην άκρη του πεζοδρομίου για να περάσει ένα γερμανικό καμιόνι γεμάτο φαντάρους.
Τη λέξη «σβάιν» που του εκστόμισε κάποιος γερμανός στρατιώτης που καθόταν στην καρότσα, την πήρε ο ψυχρός αέρας…

Bread factory No 1. Παρασκευαστήριο ψωμιού για τη Βέρμαχτ, 3 Μαΐου 1942

Ο Νικολάι συνέχιζε να δουλεύει στο παρασκευαστήριο ψωμιού Νο1 που σίτιζε τους άνδρες των δυνάμεων κατοχής. Εργαζόταν στη νυχτερινή, την πιο δύσκολη βάρδια. Κάθε απόγευμα από τις 6.00 μέχρι την επόμενη μέρα στις 10.00. Μπορεί και 11.00 πολλές φορές. Όλο το βράδυ οι φούρνοι έβγαζαν ζεστά καρβέλια ψωμί με στάρι από τους απέραντους σιτοβολώνες της Ουκρανίας. Όποιος από το προσωπικό πιανόταν από τους φρουρούς να μασάει ψωμί ή να έχει πάρει κάποιο καρβελάκι μαζί του, κρυμμένο μέσα στο παλτό του ή κάτω από την τραγιάσκα του, εκτελείτο επί τόπου. Η πείνα γινόταν περισσότερο αφόρητη από τη γλυκιά μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού. Τα πόδια δεν άντεχαν και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που λιποθυμούσαν. Ο Νικολάι είχε να μιλήσει με το αφεντικό του από τον Δεκέμβριο. Τότε ήταν που ένας άλλος εργάτης του φώναξε πως «το αφεντικό παρήγγειλε να μη σχολάσεις το πρωί και να τον περιμένεις. Κάτι σε θέλει…».
Ώρες μετά το ξημέρωμα ο Νικολάι ίσα που μπορούσε να σταθεί στα πόδια του. Η πείνα και οι ίλιγγοι τον ταλαιπωρούσαν αφάνταστα. Εάν δεν ήμουν αθλητής θα τα είχα προ καιρού κακαρώσει, μονολογούσε τη στιγμή που χτυπούσε την τζαμένια πόρτα του γραφείου στον πάνω όροφο του τούβλινου παρασκευαστηρίου που έγραφε director Γκεόργκι Σβετσόφ.

«Πέρασε, πέρασε, Νικολάι. Δεν θα χρονοτριβήσω. Οι Γερμανοί όλο με ρωτάνε για σένα…». Στο γραφείο εκτός από τον Γκεόργκι βρισκόταν και ένας Γερμανός λοχαγός.
«Νομίζω πως τα είπαμε αυτά…».
«Ναι, τα είπαμε. Λοιπόν, σε θέλω για κάτι άλλο. Οι γερμανικές δυνάμεις ζητούν αντίπαλη ομάδα για να παίξει με τις επίλεκτες ομάδες τους σε ποδοσφαιρικούς αγώνες εδώ στο Κίεβο. Μπορείς να συγκεντρώσεις 11 παίκτες; Τους είπα πως μπορείς».
Οι σκέψεις από το μυαλό του Νικολάι Τρούσεβιτς έτρεχαν με ταχύτητα αστραπής: «Οι ναζήδες θέλουν μια ομάδα πεινασμένων κουρελήδων να την ξεφτιλίσουν μπροστά σε κόσμο. Θα τους ανεβάσει ψυχολογικά και θα καταρρακώσει εμάς», σκέφτηκε και ένα σχέδιο γεννήθηκε στο μυαλό του: «Ναι, Γκεόργκι Σβετσόφ, σε πέντε ημέρες θα έχω συγκεντρώσει τους ποδοσφαιριστές μου για τους αγώνες σας. Θέλω όμως ένα πράγμα που περνά από το χέρι σου και μπορεί να το καταφέρεις. Να τρώνε σαν άνθρωποι μέχρι τους αγώνες και να μην μαστιγώνονται, όπως κάνουν οι φίλοι σου σε όλους».
Η απάντηση μετά το καρφί του Νικολάι ήρθε παγωμένη: «Σύμφωνοι. Ο πρώτος αγώνας σας θα είναι με τη Ρουχ, την ομάδα των εθνικιστών πατριωτών στην οποία αρνήθηκες να συμμετάσχεις».
«Την ομάδα των συνεργατών πες καλύτερα. Θα καλοπεράσουν, να είσαι σίγουρος. Να το ξέρει και αυτός ο αμίλητος ναζί που είναι στο γραφείο σου» είπε και με χαμόγελο βγήκε από το γραφείο.

Από τη στιγμή που ο τερματοφύλακας – σκιά του εαυτού του από την ασιτία – Νικολάι Τρούσεβιτς πέρασε την τζαμένια πόρτα, δεν χρειάστηκε πολύ να σπάσει το κεφάλι του για να βρει τους υπόλοιπους συναθλητές του. Απευθύνθηκε σε παίκτες της Ντιναμό πριν από τον πόλεμο, σε παλιούς του συμπαίκτες.

Ο Αλεξέι Κλιμένκο, ο αμυντικός Μιχαήλ Σβιριντόφσκι, ο Μιχαήλ Πουτίστιν, ο Νικολάι Κορότκιχ, ο Μακάρ Γκοντσαρένκο και το «κτήνος» Ιβάν Κουζμένκο θα αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της νέας ομάδας. Παρέα και άλλοι τρεις από τη Λοκομοτίβ Κιέβου που έτρεξαν στο κάλεσμα του Τρούσεβιτς: οι Μιχαήλ Μέλνικ, Βλαντίμιρ Μπαλάιν και Βασίλι Σουκάρεφ. Σαν αναπληρωματικοί επελέγησαν τέσσερις εργάτες από το παρασκευαστήριο ψωμιού που ήξεραν να κλωτσάνε την μπάλα. Όλοι τους είπαν αμέσως «ναι» στον Νικολάι, στον Μίκολα όπως τον έλεγαν οι φίλοι του.

Η ομάδα

Έπρεπε όμως να βρεθεί και ένα όνομα. Εκείνο της Ντιναμό ήταν απαγορευμένο, έτσι ο Μίκολα σκέφτηκε το – με εγγλέζικους χαρακτήρες – όνομα: Start F.C. Εκτός από ένα απλό όνομα είχε και την έννοια μιας νέας αρχής στις νίκες απέναντι στους ναζί. Επειδή δεν είχαν φανέλες και σορτσάκια αναγκάστηκαν να πάρουν τα χρώματα της Σπαρτάκ. Κόκκινη φανέλα και λευκό σορτσάκι.
Η πολυπόθητη μέρα του πρώτου αγώνα έφτασε. Ρουχ εναντίον Start F.C. Οι ελάχιστοι εθνικιστές δωσίλογοι που είχαν συγκεντρωθεί στο γήπεδο για να υποστηρίξουν τη Ρουχ έφυγαν με σκυφτό το κεφάλι, πριν καν τελειώσει ο αγώνας. Τελικό σκορ: 7-2 υπέρ της ομάδας του Μίκολα. Οι Γερμανοί ήξεραν ότι η ομάδα των 11 κουρελήδων ήταν καλή, αλλά δεν περίμεναν τέτοια άνετη επικράτηση επί των φίλων τους. Ύστερα από μια εβδομάδα ορίστηκε και νέος αγώνας. Αυτή τη φορά με την ομάδα των Ούγγρων εθελοντών στα SS που υπηρετούσαν στο Κίεβο, την MSG Val. Πολλοί από αυτούς πριν τον πόλεμο ήταν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές. Οι Γερμανοί νόμισαν ότι τα πάντα θα είναι διαφορετικά. Και πάλι όμως το τελικό σκορ ήταν 6-1.

Συνολικά, η ομάδα με την κόκκινη φανέλα και το λευκό σορτσάκι έδωσε έξι αγώνες πριν αντιμετωπίσει τους Γερμανούς επίλεκτους της Φλάκελφ (επίλεκτοι από το πυροβολικό και την αεροπορία των ναζί) και μάθουν «ποιος κάνει κουμάντο εδώ». Σε κανέναν από τους αγώνες που έδωσαν δεν υπήρχε διαφορά μικρότερη των πέντε τερμάτων υπέρ της Start. Το σκορ και στους έξι αγώνες σε τέρματα ήταν 37 υπέρ έναντι 8 κατά.
Ο επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων στο Κίεβο, ταξίαρχος Πφαχλ, που έδινε απευθείας αναφορά στον στρατάρχη Φον Μποκ, παρακολούθησε προσωπικά όλους τους αγώνες. Ο τρόπος που έπαιζαν ποδόσφαιρο οι άνδρες με τα κόκκινα, ο τρόπος που άλλαζαν μπαλιές στο γήπεδο και η ταχύτητά τους τον έκαναν να αισθάνεται λίγο άβολα. Τι θα γινόταν εάν οι υπάνθρωποι κέρδιζαν τον ανθό του γερμανικού στρατού; Και όταν ήρθε η στιγμή του πρώτου αγώνα, τότε ένιωσε πραγματικά άβολα: Start – Φλάκελφ: 5-1.
Οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να χωνέψουν την ήττα. Η προπαγάνδα, στην οποία είχαν στηρίξει όλο το οικοδόμημα της κατοχής τους, κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος από κάτι κουρελήδες. Ο διοικητής σε έξαλλη κατάσταση διέταξε να γίνει επαναληπτικός αγώνας, αυτή τη φορά με κόσμο στις κερκίδες.

Ο αγώνας του Θανάτου

Στις 9 Αυγούστου όλα ήταν έτοιμα για τον αγώνα. Από τη μια πλευρά η ελίτ της Βέρμαχτ και από την άλλη 11 ποδοσφαιριστές της Ντιναμό Κιέβου και της Λοκομοτίβ Κιέβου, που οι περισσότεροι από αυτούς ήταν αιχμάλωτοι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Ντάρμιτσα. Ο αγώνας έγινε στο στάδιο της Zenit. Στις 5.00 το απόγευμα. Εκείνο το καλοκαίρι στην Ουκρανία έκανε πολύ ζέστη. Οι θεατές στις κερκίδες άγγιζαν τους 45.000. Οι περισσότεροι, Γερμανοί φαντάροι και Ουκρανοί δωσίλογοι. Στις πύλες του γηπέδου στρατιώτες με τεράστια λυκόσκυλα έδιωχναν πίσω όσους Ουκρανούς ήθελαν να δουν τον αγώνα και να υποστηρίξουν τη Start. Διαιτητής «ορίστηκε» ένας αξιωματικός των Ες Ες.

Λίγο πριν αρχίσει το 90λεπτο ο αρχηγός της Start μίλησε στους συμπαίκτες του:

«Παίζουμε με κόκκινες φανέλες που δεν είναι το χρώμα της Ντιναμό ούτε της Λοκομοτίβ. Σας καλώ σήμερα όμως να παίξουμε για αυτό το χρώμα, που είναι το χρώμα της σημαίας μας, της Σοβιετικής Ένωσης, και να τους δείξουμε ότι αυτή η σημαία και αυτό το χρώμα δεν χάνει ποτέ», είπε ο Μίκολα Τρούσεβιτς μέσα στα αποδυτήρια. Δεν είχε προλάβει να τελειώσει το λόγο του προς τους συμπαίκτες του όταν μπήκε στα αποδυτήρια ο Γερμανός διαιτητής: «Ξέρω πως είστε μια πολύ καλή ομάδα, με πολύ καλούς παίκτες. Πρέπει όμως να ακολουθήσετε τους κανόνες και να χαιρετίσετε τη γερμανική ομάδα με τον ναζιστικό τρόπο πριν τον αγώνα».
Μια ειρωνική φωνή από το βάθος του απάντησε: «Το μοναδικό πράγμα που θα χαιρετίσουμε, θα είναι τα στρατεύματα σας μέσα σε σακούλες όταν θα φεύγετε από το Κίεβο». Ο διαιτητής κοκκίνισε σαν τη φανέλα της Start και εγκατέλειψε τον χώρο εξοργισμένος μονολογώντας: «Θα το θυμάμαι αυτό».
Πριν ξεκινήσει ο αγώνας, οι ομάδες συγκεντρώθηκαν στο κέντρο του γηπέδου. Κατά την ανάκρουση του Γερμανικού εθνικού ύμνου, οι παίκτες της Start ήταν αδιάφοροι. Προκλητικά αδιάφοροι. Κάποιος κοίταζε το χορτάρι, άλλος έξυνε τη μύτη του, κάποιος σφύριζε, ένας άλλος κοίταζε τα πόδια του αδιάφορα. Κανείς δεν σήκωσε το χέρι του για να χαιρετίσει ναζιστικά, όπως έκανε το κοχλάζον γήπεδο. Μόλις τελείωσε ο ναζιστικός ύμνος και πριν ξεκινήσει ο αγώνας, αφού δεν επρόκειτο να ακουστεί ο ύμνος της αντιπάλου ομάδας, οι παίκτες της Start έσφιξαν τις γροθιές τους και ύψωσαν το αριστερό τους χέρι. Όλοι μαζί φώναξαν τον χαιρετισμό του Κόκκινου Στρατού: «Fizcult Huraaa», κάτι που μπορεί να μεταφραστεί σε «Πάμε δυνατά, Ουράαα».

Ο αγώνας ξεκίνησε με τους Ουκρανούς να μαγεύουν με την μπάλα. Αυτή τη φορά οι Γερμανοί ήξεραν τι θα αντιμετωπίσουν. Οι κλωτσιές, οι αγκωνιές, τα «κλαδέματα», τα τραβήγματα της φανέλας, ακόμη και μπουνιές έπεφταν σύννεφο. Ο διαιτητής δεν έβλεπε το παραμικρό. Κάποια στιγμή ο Γερμανός επιθετικός κλώτσησε στο κεφάλι τον Μίκολα, ο οποίος βρισκόταν στο έδαφος με την μπάλα στην αγκαλιά του. Ο Mίκολα έχασε τις αισθήσεις του για λίγα δευτερόλεπτα, η μπάλα του έφυγε και ο Γερμανός έβαλε γκολ. Ο διαιτητής σαν να μην είδε κάτι, έδειξε τη σέντρα του γηπέδου.
1-0 υπέρ τον Γερμανών. Οι Ουκρανοί λυσσάνε. Στην επόμενη φάση ο Μακάρ Γκονατσαρένκο κάνει μια κατεβασιά από δεξιά. Περνάει τεσσερις Γερμανούς, αποφεύγει τα «θανατηφόρα» τάκλιν τους και καρφώνει την μπάλα στο τέρμα. 1-1. Μόλις συμπληρώθηκαν τα 45 λεπτά ο διαιτητής σφύριξε δυο φορές για ημίχρονο. Το μεταλλικό ταμπλό – χρονόμετρο στη νοτιοανατολική πλευρά του γηπέδου έγραφε: Φλάκελφ – Σταρτ 1-3.
Στο ημίχρονο οι Ουκρανοί παίκτες δέχτηκαν και νέα επίσκεψη στα αποδυτήρια. Ήταν ο Γερμανός διοικητής της πόλης. Με ένα προσποιητό χαμόγελο και σφιγμένα δόντια εισέβαλε συνοδευόμενος από αξιωματικούς των Ες Ες: «Εντάξει, μπορείτε τώρα να τα παρατήσετε. Δείξατε σε όλους τι αξίζετε, αλλά μέχρι εδώ. Είστε φανταστική ομάδα με απίστευτες ικανότητες και μας έχετε εντυπωσιάσει όλους, αλλά όπως καταλαβαίνετε, δεν μπορείτε να κερδίσετε. Δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση. Μέχρι εδώ. Σκεφτείτε τις συνέπειες των πράξεων σας» είπε και τους γύρισε την πλάτη. Οι Ουκρανοί παίχτες ήταν και πάλι προκλητικά αδιάφοροι όσοι ώρα μιλούσε ο ανώτατος Γερμανός αξιωματικός. Άλλος κάπνιζε, άλλος χτένιζε τα μαλλιά του, άλλος έπινε νερό και κάποιοι έκαναν διατάσεις.

Στο δεύτερο ημίχρονο η κάθε ομάδα σκόραρε από δύο φορές και δυο λεπτά πριν τη λήξη, ενώ το σκορ ήταν 5-3 υπέρ των Ουκρανών, ο Κλιμένκο, ένας κεντρώος που έπαιζε όμως στα μπακ με την ομάδα της Start, πήρε την μπάλα. Κατέβηκε προς τη γερμανική περιοχή αλλάζοντας με απίστευτη ταχύτητα πάσες με τους συμπαίκτες του, και τότε ξεφτίλισε ολόκληρη την ομάδα επίλεκτων της Βέρμαχτ. Ο Κλιμένκο βρέθηκε τετ – α – τετ με τον Γερμανό τερματοφύλακα. Μια, δυο προσποιήσεις, ο τερματοφύλακας πέφτει αριστερά και ο Ουκρανός τον περνάει από δεξιά. Όμως δεν σουτάρει προς το άδειο τέρμα. Κάνει μια στροφή και ξαναπερνάει άλλη μια φορά τον τερματοφύλακα, ο οποίος ζαλίζεται και πέφτει κάτω. Ο Κλιμένκο φτάνει στη γραμμή του άδειου τέρματος χαμογελάει, γυρίζει την πλάτη του και σουτάρει επιδεικτικά με δύναμη προς το κέντρο του γηπέδου.
Ο Γερμανός διαιτητής έξαλλος σφυρίζει τη λήξη του αγώνα στο 85. Οι επίσημοι άφριζαν από το κακό τους και αποχώρησαν αμέσως. Οι Ουκρανοί σαν μικρά παιδιά αγκαλιάζονταν και έκλαιγαν στο κέντρο του γηπέδου…
Έξω οι Ουκρανοί πολίτες παραληρούν, ουρλιάζουν από χαρά, ζητωκραυγάζουν. Οι Γερμανοί για να τους αναχαιτίσουν αμολάν τα λυκόσκυλα…

Επίλογος

Η νίκη των Σοβιετικών προδιέγραψε και το μέλλον τους που ήταν ένα: Θάνατος. Η Γερμανική προπαγάνδα είχε πάει περίπατο. Οι Σοβιετικοί επιβάρυναν ακόμη περισσότερο τη θέση τους όταν δύο μέρες μετά ο Τρούσεβιτς και η παρέα του σφυροκόπησαν άλλη μια φορά τη Ρουχ με 8-0.
Μια εβδομάδα αργότερα, το βράδυ της 16ης Αυγούστου, όσοι παίκτες της Start συμμετείχαν στον αγώνα συνελήφθησαν από τους Γερμανούς. Η κατηγορία ότι ήταν μέλη της NKVD ήταν βαριά και η ποινή ήταν μόνο μια.
Οι 11 παίκτες της Start κατηγορήθηκαν σαν κατάσκοποι. Και αμέσως οδηγήθηκαν στα κρατητήρια. Το πρώτο βράδυ στα κρατητήρια της Γκεστάπο ο Νικολάι Κορότχκικ, το αριστερό εξτρέμ, πέθανε από τα βασανιστήρια.
Την επόμενη μέρα έστειλαν τους υπόλοιπους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Syrezky, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Κίεβο, στην περιοχή που μόνο το άκουσμα της προκαλούσε λιποθυμίες: Babi yar…
Μέχρι τον Φεβρουάριο του 1943 οι περισσότεροι παίκτες εκτελέστηκαν ή πέθαναν από της κακουχίες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ανάμεσα τους οι Ιβάν Κουζμένκο, Ολεξέι Κλιμένκο και ο αρχηγός Μίκολα Τρούσεβιτς.
Το τέλος του πολέμου βρήκε ζωντανούς μόνο τρεις από τους 11 παίκτες της Start. Τους Φεντίρ Τγιούτσεφ, Μιχαήλ Σβιριντόφσκι και τον Μακάρ Γκονατσαρένκο…

● Το 1971, έξω από το στάδιο της Zenit όπου έγινε ο αγώνας, στήθηκε ένα τεράστιο μνημείο για τους 11 ήρωες.
● Δέκα χρόνια αργότερα το 1981, το στάδιο της Zenit μετονομάστηκε σε Start.

● Ο Μακάρ Γκονατσαρένκο, ένας από τους τρεις παίκτες που τελικά επέζησαν, μίλησε για τον συγκεκριμένο αγώνα: «Ξύλο… πολύ ξύλο. Σε κάθε επαφή με την μπάλα, σε κάθε τρέξιμο μας κλωτσούσαν παντού. Νιώθαμε τα κόκαλα μας να πονάνε, έτοιμα να βγουν από τις κλειδώσεις τους».
● Η ομάδα Φλάκελφ πήρε το όνομα της από το γερμανικό Flak, που σημαίνει αντιαεροπορικό όπλο και τη λέξη Elf, που σημαίνει 11. (Τα 11 αντιαεροπορικά).

● Τριάντα εννιά χρόνια μετά, η αυταπάρνηση των 11 αυτών ποδοσφαιριστών ενέπνευσε, με κάποιες αλλαγές στο σενάριο, μια από τις γνωστότερες ταινίες του κινηματογράφου: «Η μεγάλη απόδραση των 11».

● Σήμερα οι οπαδοί της Ντιναμό Κιέβου φαίνεται ότι ακολούθησαν τελικά το παράδειγμα της Ρουχ. Έχουν στις τάξεις τους, από τους σκληρότερους πυρήνες νεοναζί στην Ευρώπη.

Powered by WPeMatico