Πρόγραμμα διάσωσης για όλα τα πέτρινα γεφύρια στο Ζαγόρι

Συνολικά 108 μικρά και μεγάλα πέτρινα γεφύρια υπάρχουν σήμερα όρθια στην περιοχή του Ζαγορίου, ενώ κάποτε ο αριθμός τους ήταν μεγαλύτερος καθώς έφταναν τα 166.

Για να μη χαθούν άλλα, ο Δήμαρχος Ζαγορίου Βασίλης Σπύρου με επιστολή του προς την Υπουργό Πολιτισμού Λυδία Κονιόρδου ζητάει να εφαρμοστεί ένα συνολικό πρόγραμμα για την προστασία και ανάδειξη των μνημείων με χρηματοδότηση πιθανώς μέσω του ΕΣΠΑ, επισημαίνοντας την αξία των γεφυριών για τη φυσιογνωμία και τον τουρισμό της περιοχής.

Στο  μεταξύ,  το  Yπουργείο απαντώντας σε ερώτηση του βουλευτή Νίκου Νικολόπουλου ξεκαθαρίζει ότι οι βασικοί λόγοι κατάρρευσης του Θεογέφυρου σχετίζονται με τη φύση!

Επιστολή Β. Σπύρου
Την εκπόνηση και εφαρμογή συνολικού προγράμματος για την διάσωση και ανάδειξη των δεκάδων πέτρινων γεφυριών της περιοχής ζητάει ο Δήμαρχος Ζαγορίου Βασίλης Σπύρου από την Υπουργό Πολιτισμού.

Με επιστολή του η οποία έχει ως αφορμή τις ζημιές που παρουσίασαν δύο γεφύρια του Τσεπελόβου, ο κ. Σπύρου επισημαίνει ότι πέρα από τις άμεσες και επείγουσες παρεμβάσεις, σε ορισμένα μνημεία που κινδυνεύουν, απαιτείται να γίνει καταγραφή όλων των γεφυριών και της κατάστασής τους, ώστε «να προλάβουμε δυσάρεστες καταστάσεις με καταρρεύσεις, όπως αυτή του γεφυριού της Πλάκας στον Άραχθο που βρίσκεται σε διαδικασία αναστήλωσης», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά.

Μνημεία μεγάλης αξίας
«Στην περιοχή του Ζαγορίου υπάρχουν δεκάδες πέτρινα παραδοσιακά γεφύρια, πολλά από αυτά χαρακτηρισμένα ως διατηρητέα νεώτερα μνημεία, έργα σπουδαίων μαστόρων των περασμένων αιώνων που έφτασαν μέχρι  τις μέρες μας.

Πρόκειται για έναν αρχιτεκτονικό πλούτο και μια παράδοση που αποτελεί σήμα κατατεθέν για το Ζαγόρι και άλλες περιοχές της Ηπείρου και της χώρας», τονίζει ο Δήμαρχος στην επιστολή του προς τη Λ. Κονιόρδου.

Μπορεί, όπως αναφέρει, τα γεφύρια με το πέρασμα των χρόνων και την ανάπτυξη οδικών δικτύων να πέρασαν στην αχρησία, όμως αποτελούν, πλέον, μνημεία ιδιαίτερης αξίας και σημεία μεγάλης επισκεψιμότητας, τουλάχιστον όσα είναι προσβάσιμα, ενώ υπάρχουν και παρά πολλά άλλα που δεν είναι ευρέως γνωστά και διάσημα, τα οποία επίσης χρήζουν των αναγκαίων παρεμβάσεων, προκειμένου να συνεχίσουν να στέκουν στη θέση τους.

Αδυναμία παρέμβασης
Ο Δήμαρχος ενημερώνει την υπουργό ότι σε πολλά από αυτά έχουν γίνει στο παρελθόν παρεμβάσεις από την Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Ηπείρου, με τη συνδρομή και της Αυτοδιοίκησης, ωστόσο, με δεδομένο ότι πρόκειται και για πολλά διατηρητέα μνημεία ο Δήμος ή η Περιφέρεια Ηπείρου δεν μπορούν να παρέμβουν χωρίς μελέτες, την άδεια και επίβλεψη των εργασιών από την αρμόδια Υπηρεσία, η οποία καταβάλλει μεν προσπάθειες, φαίνεται όμως ότι υπάρχει αδυναμία ουσιαστικής αντιμετώπισης της κατάστασης.

Γι’ αυτό το λόγο προτείνει την εφαρμογή, με χρηματοδότηση από το υπουργείο Πολιτισμού ή σε συνεργασία με άλλο συναρμόδιο Υπουργείο (Εσωτερικών, Υποδομών) ή και από το ΕΣΠΑ, ενός συνολικού προγράμματος που θα αφορά το σύνολο των πέτρινων γεφυριών του Ζαγορίου που είναι και τα περισσότερα στο Νομό Ιωαννίνων και στην Ήπειρο γενικότερα.

Για το Θεογέφυρο…
Η βλάστηση και η σεισμική δραστηριότητα, δηλαδή φυσικά αίτια, είναι αυτά που οδήγησαν στην κατάρρευση του Θεογέφυρου στο Λίθινο Ζίτσας. Αυτό επισημαίνει το Υπουργείο Πολιτισμού απαντώντας σε ερώτηση του Νίκου Νικολόπουλου.

Σύμφωνα με όσα αναφέρει το υπουργείο, τα κύρια αίτια για την πτώση του Θεογέφυρου ήταν η αυτοφυής βλάστηση που διάβρωσε το σώμα της γέφυρας, με το ριζικό της σύστημα και οι καιρικές και ακραίες κλιματικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή κατά την διάρκεια της χειμερινής περιόδου, όπως παγετός, διάβρωση από όμβρια και υπόγεια ύδατα.

Ήταν επίσης το ανομοιογενές φυσικό δομικό υλικό του γεφυριού, βράχοι από ιζηματογενές αργιλικό πορόλιθο και άργιλο, αλλά και οι παλιότερες καθώς και η πρόσφατη σεισμική δραστηριότητα με επίκεντρο την περιοχή.

Τέλος, κάνει λόγο για πιθανή επιβάρυνση του Θεογέφυρου από την διέλευση βαρέων οχημάτων (έως 50 τόνους) στην γειτονική μεταλλική τύπου Balley.

Σε ότι αφορά εργασίες που πραγματοποιήθηκαν το 2016, αναφέρεται πως η Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων δεν ήταν ενήμερη ούτε ζητήθηκε σχετική άδεια για την αποκατάσταση κατολίσθησης του δρόμου σε κοντινή απόσταση, ενώ σχετικά με την χωροθέτηση του αρδευτικού, πως υπάρχει απόφαση προέγκρισης το 1997.