10 χρόνια κρίση: Τι πήγε… στραβά το 2008

Του Martin Wolf
«Υπάρχει μια εντυπωσιακή ομοιότητα μεταξύ των ερωτήσεων που…
θέτουμε για το 1914 και το 2008», γράφει ο Άνταμ Τουζ.

«Πώς τελειώνει μία σημαντική αποφυγή ακραίων καταστάσεων; Πώς δημιουργούνται τεράστιοι κίνδυνοι που είναι λίγο κατανοητοί και ελάχιστα ελεγχόμενοι;… Πώς τα πάθη της λαϊκής πολιτικής διαμορφώνουν την ελίτ λήψης αποφάσεων; Υπάρχει κάποια διαδρομή προς τη διεθνή και εγχώρια τάξη; Μπορούμε να πετύχουμε διαρκή σταθερότητα και ειρήνη; Ο νόμος δίνει απάντηση; Ή πρέπει να βασιστούμε στην ισορροπία της τρομοκρατίας και την κρίση των τεχνοκρατών;»

Με αυτές τις ερωτήσεις, ο Τουζ, ένας διακεκριμένος Βρετανός ιστορικός, που σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Columbia, ολοκληρώνει τη μνημειώδη ιστορία των 10 ετών που έχουν αναμορφώσει τον κόσμο μας. Αυτά είναι, προσθέτει επίσης, ερωτήματα «που στοιχειώνουν τις μεγάλες κρίσεις της σύγχρονης εποχής».

Ωστόσο το γεγονός ότι το βιβλίο κλείνει αντί να ανοίγει με αυτά τα ερωτήματα δείχνει ότι δεν παρέχει απαντήσεις. Αντ’ αυτού, το Crashed δίνει στους αναγνώστες μία λεπτομερή περιγραφή, μετά από εξαιρετική έρευνα, της προέλευσης και των συνεπειών του κύματος χρηματοπιστωτικών κρίσεων που προήλθε από τον πυρήνα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, από το 2007.

Η πρόζα είναι λιτή. Η ευρυμάθεια αξιοσημείωτη. Ακόμα και οι άνθρωποι που έχουν παρακολουθήσει αυτή την ιστορία στενά, θα μάθουν πολλά.

Όπως εξηγεί ο Τουζ, το βιβλίο εξετάζει «τον αγώνα για τον έλεγχο της κρίσης σε τρεις αλληλένδετες ζώνες βαθιάς ιδιωτικής χρηματοπιστωτικής σύγκλισης: το διατλαντικό χρηματοπιστωτικό σύστημα με βάση το δολάριο, την ευρωζώνη και τη μετασοβιετική σφαίρα της Ανατολικής Ευρώπης». Αυτή η κατάρρευση «ενεπλάκη τόσο στα δημόσια όσο και στα ιδιωτικά οικονομικά σε μία καταστροφική επαναληπτική λούπα».

Οι αποτυχίες των τραπεζών ανάγκασαν σε «σκανδαλώδη κυβερνητική παρέμβαση για τη διάσωση ιδιωτικών ολιγοπωλίων». Η Fed ενήργησε μάλιστα για την παροχή ρευστότητας σε τράπεζες άλλων χωρών.

Μια τέτοια τεράστια κρίση, επισημαίνει ο Τουζ, έχει επηρεάσει αναπόφευκτα τις διεθνείς σχέσεις: Μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας, Ηνωμένου Βασιλείου και ευρωζώνης, ΗΠΑ και ΕΕ, Δύσης και Ρωσίας, όλοι επηρεάστηκαν. Σε γενικές γραμμές, προσθέτει, οι προκλήσεις ήταν «υπερβολικά τεχνικές και σύνθετες. Ήταν τεράστιες σε κλίμακα. Κινούνταν γρήγορα. Μεταξύ του 2007 και του 2012, η πίεση ήταν αμείλικτη».

Ο Τουζ καταλήγει σε αυτή την περιγραφή γεγονότων με την κρίση ότι «με τους δικούς του όρους,… η αντίδραση από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών και την Fed ήταν αξιοσημείωτα επιτυχημένη». Ωστόσο, η επιτυχία αυτών των τεχνοκρατών, πρώτα με την υποστήριξη των Δημοκρατικών του Κογκρέσου στο τέλος της κυβέρνησης του Τζορτζ Μπους του νεότερου και μετά υπό τον Δημοκρατικό πρόεδρο, δεν έφερε στους Δημοκρατικούς πολιτικά οφέλη.

Η σκληρή αντιπολίτευση του Ρεπουμπλικανικού κόμματος σε όλες τις προσπάθειες να αντιμετωπιστούν λογικά τα επακόλουθα (ή να διδαχθούμε από αυτά) της κρίσης συγκέντρωσε τα πολιτικά οφέλη. Τελικά, η σκόπιμη υποκίνηση της οργής, από μέρους τους, οδήγησε στην εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ το 2016, που εδώ περιγράφεται ως «απρόβλεπτος, ναρκισσιστικός εθνικιστής».

Αυτή, λοιπόν, είναι μια περίπλοκη ιστορία, χρηματοπιστωτικά, οικονομικά και επίσης πολιτικά. Ωστόσο, κάποια πράγματα είναι πλέον σαφή. Η κρίση σήμανε το τέλος της κυρίαρχης συναίνεσης υπέρ του οικονομικού και χρηματοπιστωτικού φιλελευθερισμού. Μετατόπισε την πολιτική ενέργεια προς τα λαϊκίστικα άκρα, ιδιαίτερα προς την ξενοφοβική δεξιά. Αποδυνάμωσε τη νομιμότητα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ο κόσμος των συστημικών χωρών υψηλού εισοδήματος άλλαξε. Οτιδήποτε σήμερα φαίνεται δυνατό.

Εάν αυτά είναι τα ευρεία συμπεράσματα του βιβλίου, ποια είναι μερικά από τα πιο λεπτομερή;

Ένα είναι ότι αυτή δεν ήταν μόνο μία κρίση της βορειοατλαντικής περιοχής, η οποία προήλθε από έναν ανεύθυνο και ανεπαρκώς ρυθμισμένο χρηματοπιστωτικό τομέα. Ο Τουζ δίνει λεπτομέρειες σχετικά με το πόσο βαθιά εμπλέκονταν οι ευρωπαϊκές τράπεζες στην τρέλα, πριν από την κρίση. «Ο κεντρικός άξονας της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής δεν ήταν Αμερικανοασιατικός, αλλά Αμερικανοευρωπαϊκός».

Αυτή δεν ήταν μόνο μία κρίση του βορειοατλαντικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, αλλά και της χρηματοδότησης σε δολάριο. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες είχαν δημιουργήσει τεράστιες υποχρεώσεις και περιουσιακά στοιχεία σε δολάριο, με σχεδόν όλες αυτές τις υποχρεώσεις να συνίστανται σε βραχυπρόθεσμο δανεισμό της αγοράς.

Όταν αυτός ο δανεισμός «πάγωσε», αυτές οι ξένες τράπεζες ήταν σε σοβαρό κίνδυνο. Ήταν η Fed, άμεσα και μέσω γραμμών ανταλλαγής νομισμάτων – δάνεια σε δολάρια προς άλλες κεντρικές τράπεζες, ειδικά στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Τράπεζα της Αγγλίας – που έσωσαν την κατάσταση.

Επιπλέον, επειδή τα τραπεζικά συστήματα είχαν γίνει τόσο τεράστια και αλληλένδετα, αυτή έγινε, σύμφωνα με όσα λέει ο Μπεν Μπερνάνκε – πρόεδρος της Fed κατά τη διάρκεια των χειρότερων ημερών της κρίσης και διακεκριμένος ακαδημαϊκός – «η χειρότερη χρηματοπιστωτική κρίση στην παγκόσμια ιστορία, συμπεριλαμβανομένης της Μεγάλης Ύφεσης».

Το γεγονός ότι ο κόσμος που λειτουργούσε το σύστημα είχε τόσο λίγη αντίληψη για αυτούς τους κινδύνους κατέστρεψε αναπόφευκτα την αντίληψη του κόσμου για τις ικανότητες τους, ακόμη και την ακεραιότητα τους.

Δεδομένης της κλίμακας της κρίσης, δεν υπήρχε εναλλακτική λύση σε μια ολοκληρωμένη διάσωση με κρατική στήριξη. Και δεδομένου ότι αυτό ήταν ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα με βάση το δολάριο, έπρεπε να καθοδηγείται από τους Αμερικανούς. Επιπλέον, επειδή οι πολιτικές πιέσεις είχαν κινητοποιηθεί κατά της δράσης δημοσιονομικής πολιτικής, μέχρι τις αρχές του 2010, οι κεντρικές τράπεζες, όχι οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι, έπρεπε να αναλάβουν τις περισσότερες από τις απαιτούμενες ενέργειες.

Ωστόσο, οι πολιτικές δράσεις τους, ιδίως η «ποσοτική χαλάρωση» – η αγορά περιουσιακών στοιχείων που κρατούντο από τον ιδιωτικό τομέα, ιδίως των κρατικών ομολόγων – έγινε επιβλαβής για όσους θεωρούσαν τις ενέργειες ως αφύσικη στρέβλωση των αγορών, αδικαιολόγητη μείωση των αποδόσεων σε όσους αποταμίευαν ή αδικαιολόγητη ώθηση προς τον πλούτο των ήδη πλούσιων. Παρόλα αυτά, οι ενέργειες αυτές ήταν κατάλληλες και επιτυχείς.

Η κλίμακα και η φύση της απαιτούμενης απάντησης είχαν σημαντικές πολιτικές συνέπειες. Το κοινό ήταν εξοργισμένο από το μέγεθος της υποστήριξης προς τις τράπεζες και, ακόμη χειρότερα, από την καταβολή των μπόνους στους τραπεζίτες.

Η κατάσταση έγινε πιο εξοργιστική από το γεγονός ότι εκατοντάδες εκατομμύρια απλοί άνθρωποι υπέφεραν, καθώς έχασαν τα σπίτια και τις θέσεις εργασίας τους ή επειδή έγιναν θύματα της δημοσιονομικής λιτότητας μετά την κρίση. Πολλοί εξοργίστηκαν επίσης επειδή τόσο λίγοι ανώτεροι υπάλληλοι κατηγορήθηκαν. Η εμπιστοσύνη που πρέπει να υπάρχει σε οποιαδήποτε δημοκρατία μεταξύ ελίτ και όλων των άλλων κατέρρευσε. Με την εμπιστοσύνη να έχει φύγει, ήρθαν στο προσκήνιο οι συνωμοσίες και οι πολιτικές υποκρισίες.

Ίσως με μεγαλύτερη έκπληξη, οι συντηρητικοί πολιτικοί στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία αναμόρφωσαν την κρίση επιτυχώς ως αποτέλεσμα περισσότερο μίας εκτός ελέγχου δημοσιονομικής πολιτικής παρά ως προϊόν ενός εκτός ελέγχου χρηματοπιστωτικού τομέα.

Έτσι, ο Τζορτζ Όσμπορν, υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης συνασπισμού του Ηνωμένου Βασιλείου, μετατόπισε την ευθύνη για τη λιτότητα στην υποτιθέμενη σπατάλη από τους Εργατικούς. Οι Γερμανοί πολιτικοί μετατόπισαν την ευθύνη για το ελληνικό χάος, από τις τράπεζες τους, στους Έλληνες πολιτικούς.

Η μετατροπή μίας χρηματοοικονομικής κρίσης σε μία δημοσιονομική κρίση μπερδεύει την αιτία με το αποτέλεσμα. Ωστόσο, αυτά τα πολιτικά τρικ αποδείχθηκαν ένα  λαμπρό πραξικόπημα. Μετατόπισε την προσοχή από την αποτυχία της χρηματοδότησης της ελεύθερης αγοράς στην οποία πίστευαν στα κόστη των κοινωνικών κρατών που δεν τους άρεσαν.

Την ίδια ώρα, η χρηματοοικονομική κρίση είχε αφήσει τις περισσότερες χώρες μόνιμα πιο φτωχές από ότι αναμενόταν. Οι άνθρωποι ήταν συνολικά σε χειρότερη κατάσταση. Αυτή η δυστυχία έπρεπε να μοιραστεί. Το ερώτημα ήταν πάντοτε: Πώς.

Η κρίση επίσης αποκάλυψε την έλλειψη ετοιμότητας της ευρωζώνης. Ο Τουζ αναλύει λεπτομερώς τη μακρά και οδυνηρή ιστορία της κρίσης του ενιαίου νομίσματος και τις πνευματικές, οικονομικές και θεσμικές αδυναμίες που την έκαναν άσκοπα μεγάλη σε διάρκεια και βαθιά.

Η αντίσταση στην αναγκαία και δίκαιη αναδιάρθρωση του χρέους, ιδίως στην Ελλάδα και την Ιρλανδία, κυρίως από την ΕΚΤ, υπό τον Ζαν Κλωντ Τρισέ είναι μόνο ένα, αλλά κριτικής σημασίας, μέρος αυτής της ιστορίας. Ακόμη πιο σημαντική ήταν η αποτυχία για επιβολή ανακεφαλαιοποίησης του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, με τον τρόπο που το έκαναν οι Αμερικανοί με επιτυχία.

Ωστόσο ένα άλλο μέρος αυτής της ιστορίας είναι η απόκλιση μεταξύ των όλο και πιο εξοργισμένων Ηνωμένων Πολιτειών και της δύστροπης Γερμανίας για το πώς θα διαχειριστούν την κρίση.

Ο Ράντοσλαφ Σικόρσκι, υπουργός Εξωτερικών της Πολωνίας, δήλωσε το 2011 ότι «πιθανότατα θα είμαι ο πρώτος υπουργός Εξωτερικών της Πολωνίας στην ιστορία που το λέει αυτό, αλλά αυτό είναι: Φοβάμαι τη γερμανική εξουσία λιγότερο, από ότι αρχίζω να φοβάμαι τη γερμανική αδράνεια. Έχει γίνει το απαραίτητο έθνος της Ευρώπης. Δεν μπορεί να αποτύχει στην ηγεσία της». Και η δράση ήρθε, αλλά ήταν πάντα πολύ λίγη και πολύ αργά.

Ωστόσο, με σωστή κρίση και λίγη τύχη – πάνω απ’ όλα, υπήρξε η τύχη να είναι η δογματική Άγγελα Μέρκελ Καγκελάριος της Γερμανίας και ο ικανός Μάριο Ντράγκι Πρόεδρος της ΕΚΤ – η ευρωζώνη έδωσε τη μάχη της.

Ωστόσο, ήταν μια μάχη που κρίθηκε στο νήμα. Ο Τουζ εξηγεί για παράδειγμα ότι η καθοριστική παρέμβαση του «whatever it takes» του Ντράγκι στο Λονδίνο τον Ιούλιο του 2012 ήταν αυθόρμητη και όχι προγραμματισμένη. Πάνω απ’ όλα, οι εντάσεις μεταξύ της εσωτερικής πολιτικής λογοδοσίας αφενός και του υπερεθνικού νομίσματος αφετέρου, παραμένουν. Το δράμα του ευρώ σίγουρα δεν έχει τελειώσει.

Το βιβλίο επίσης αναλύει τις επιπτώσεις για την Ανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία. Εξηγεί πώς η κρίση οδήγησε άμεσα στην εκλογή του κόμματος Fidesz το 2010 και έτσι έβαλε την Ουγγαρία στην πορεία της «ανελεύθερης δημοκρατίας» του Βίκτωρ Όρμπαν. Ο αντίκτυπος της καταστροφικής χρηματοοικονομικής κρίσης μετασχημάτισε τη σχέση μεταξύ της ρωσικής κυβέρνησης και των ολιγαρχών. Καθώς η οικονομία συνέχισε να αγωνίζεται, προήγαγε επίσης την επικίνδυνα εθνικιστική στροφή της Ρωσίας.

Πολλά πράγματα εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμη: Η ασυνήθιστη αντίδραση της Κίνας στο σοκ της κρίσης, με ένα πρόγραμμα κινήτρων στο 12,5% του ΑΕΠ, ίσως το μεγαλύτερο τέτοιο πρόγραμμα σε καιρό ειρήνης και η ευπάθεια των αναδυόμενων οικονομιών στις «παλίρροιες» της χρηματοδότησης σε δολάριο, καθώς τα χρήματα ρίχνονταν στις ΗΠΑ και μετά έβγαιναν έξω.

Παρούσες είναι επίσης κάποιες τεράστιες πολιτικές ιστορίες:  Η εμπλοκή της ΕΕ στην Ουκρανία και οι συνακόλουθες πικρές συγκρούσεις με τη Ρωσία, το δημοψήφισμα του Brexit και η άνοδος του Τραμπ. Ολες αυτές οι αλλαγές αντανακλούν επίσης εν μέρει τις πολιτικές πιέσεις που δημιουργήθηκαν ή επιδεινώθηκαν από την κρίση. Οι δονήσεις που προκαλούνται από αυτό το σοκ κινούνται προς το μέλλον.

Ακόμη και μια τόσο πλήρης ιστορία, όσο αυτή, έχει παραλείψεις. Ο Tουζ επικεντρώνεται στην ιδέα ότι η ανάπτυξη των ισολογισμών του χρηματοπιστωτικού τομέα ήταν τελικά η αιτία της κρίσης.

Δεν δίνει αρκετή προσοχή στο γιατί οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής χρειάζονταν να γίνει αυτό. Η εξήγηση, όπως υποστήριξα στο δικό μου βιβλίο The Shifts and the Socks, ήταν ο παγκόσμιος αποταμιευτικός κορεσμός και οι συναφείς παγκόσμιες μακροοικονομικές ανισορροπίες. Τα τεράστια εξωτερικά πλεονάσματα σε ορισμένες χώρες απαιτούσαν τεράστια ελλείμματα σε άλλα. Οι κεντρικές τράπεζες χρειάζονταν την πιστωτική ανάπτυξη, αν επρόκειτο να επιτύχουν τους μακροοικονομικούς στόχους.

Ένα άλλο υποτιμημένο ερώτημα είναι εάν o χρηματοπιστωτικός τομέας έχει γίνει αρκετά ισχυρός. Είναι αντικείμενο συζήτησης, δυστυχώς, ότι οι ισολογισμοί παραμένουν πολύ μεγάλοι, ότι πολλές από τις αδυναμίες του χρηματοοικονομικού συστήματος επιβιώνουν, ότι οι πιέσεις για απορρύθμιση τώρα αυξάνονται και ότι ορισμένες από τις αντισυμβατικές δράσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια της κρίσης από τη Fed, σήμερα θα ήταν αδύνατες. Αυτό είναι ανησυχητικό.

Ποια είναι τελικά τα μεγαλύτερα αποτελέσματα; Το ένα προέρχεται από την παρατήρηση του Τουζ, σύμφωνα με την οποία «το αισιόδοξο δόγμα υπό το οποίο η δημοκρατία και οι αγορές θεωρούνταν αναγκαία συμπληρωματικά στοιχεία – ένα πνεύμα συνεπακόλουθο του Ψυχρού Πολέμου – έχει πεθάνει. Στη θέση του, η κρίση έβαλε μία πιο ρεαλιστική συνειδητοποίηση των δυνητικών εντάσεων μεταξύ των δύο». Αυτό είναι σίγουρα σωστό.

Ακόμη ένα από αυτά τα μεγάλα αποτελέσματα είναι ότι η εξουσία και η πολιτική επέστρεψαν. Η αμερικανική εξουσία αντιμετώπισε την κρίση. Η γερμανική εξουσία διαμόρφωσε την αντίδραση της ευρωζώνης. Η δεξιά πολιτική φαντάστηκε ξανά την χρηματοοικονομική κρίση ως μία δημοσιονομική. Μία παρόμοια πολιτική μετατόπισε επίσης την έμφαση από τους κινδύνους της οικονομικής ανασφάλειας και της ανισότητας στην απειλή από το μεταναστευτικό. Η κρίση έχει, δυστυχώς, ξυπνήσει τους κοιμισμένους δράκους του φόβου και του μίσους.

Πώς, αν γίνεται, θα επιζήσει η φιλελεύθερη δημοκρατία από την εποχή του Τραμπ, του Brexit, του Πούτιν και του Σι; Αυτό είναι το μεγαλύτερο ερώτημα, που τίθεται από αυτή τη δεκαετία των μεταμορφώσεων.
Πηγή

ΠΗΓΗ

Powered by WPeMatico