Με τους περιβόητους λήσταρχους Ρεντζαίους, τον Γιάννη και τον Θύμιο που έδρασαν στην Ήπειρο τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, θα ασχοληθούμε στο σημερινό μας άρθρο, φέρνοντας για πρώτη φορά στο διαδικτυακό φως, στοιχεία που πιστεύουμε ότι θα προκαλέσουν ιδιαίτερη εντύπωση. να σημειώσουμε προκαταβολικά ότι είναι αδύνατον να χωρέσει σε ένα άρθρο όλη η δράση των Ρεντζαίων, για τους οποίους έχουν γραφτεί ολόκληρα βιβλία.

Ποιοι ήταν οι Ρεντζαίοι

Ο Γιάννης και ο Ευθύμης (Θύμιος) Ρέντζος ήταν παιδιά του Κώστα και της Κωνσταντούλας Ρέντζου, κτηνοτρόφων από το ορεινό χωριό Ανώγειο (Ανώγι) Πρέβεζας (είναι χτισμένο στα 1.100 μ.). Είχαν τρία ακόμα αδέλφια: τον Βαγγέλη και δύο αδελφές. Ο Γιάννης Ρέντζος γεννήθηκε το 1896 και ο Θύμιος το 1899.

Τον Μάιο του 1910, άγνωστοι τότε,ζωοκλέφτες σκότωσαν τον πατέρα των Ρεντζαίων στην τοποθεσία Μαραθιά και έριξαν το πτώμα του σε μία τρύπα πάνω από τα Αμπέλια Αμμότοπου προς το Κορφοβούνι. Σαράντα μέρες αργότερα (και όχι μερικά χρόνια όπως γράφεται στη Βικιπαίδεια),ένας βοσκός βρήκε συμπτωματικά σε μία μεγάλη τρύπα το άψυχο σώμα του άτυχου Κώστα Ρέντζου.

Είχε σκαλώσει η κάπα του σε μία συκιά που υπήρχε στην τρύπα. Αν δεν είχε συμβεί αυτό, το πτώμα του Ρέντζου θα είχε πέσει στο βάθος της τρύπας και δεν θα έχει βρεθεί ποτέ. Ο Γιάννης Ρέντζος, μόλις 14 ετών τότε, ανέλαβε την προστασία της μητέρας και των αδελφών του. Από τη φτώχεια και τις κακουχίες, ο αδερφός του Βαγγέλης πέθανε.

st-3-stamp

Το 1912, η περιοχή της Πρέβεζας απελευθερώθηκε από τους Τούρκους (στις 21 Οκτωβρίου 1912, η Πρέβεζα παραδόθηκε de jure στον ελληνικό στρατό).

Σύντομα παντρεύτηκαν και οι δύο αδελφές των Γιάννη και Θύμιου Ρέντζου. Η πρώτη, τον συγχωριανό της Γιώργο-Νίκο Γκάρτζο και η δεύτερη τον Σταύρο Στάθη από την Κλεισούρα.

Ο Γιάνς Ρέντζος είχε βάλει σκοπό της ζωής του να βρει και να σκοτώσει τους δολοφόνους του πατέρα του.

Το 1916, κλήθηκε να υπηρετήσει στη στρατιωτική του θητεία, στην 8η Μεραρχία στα Γιάννενα και συγκεκριμένα στο στρατόπεδο Ακραίου. Εκεί, τελείως συμπτωματικά, συνάντησε τον Γιαννακούλη Καρατζά, που άθελά του, ομολόγησε ότι ο αδελφός του ήταν ένας από τους δολοφόνους του πατέρα του.

Σύντομα ο Γιάννης Ρέντζος λιποτάκτησε. Πήρε μαζί του και το στρατιωτικό του ντουφέκι και πολλές σφαίρες και ξεκίνησε να βρει τον Καρατζά. Τον ακολούθησε ο αδερφός του Θύμιος. Πρώτο τους θύμα ήταν ένας χωρικός από τη Ρόκα Άρτας από τον οποίο είχαν κλέψει αλεύρι.

Η εκδίκηση των Ρεντζαίων

Την Μεγάλη Παρασκευή του 1917, ο Γιάννης Ρέντζος, με μία σφαίρα, σκότωσε τον Βασίλη Καρατζά κοντά στον ποταμό Λούρο. Τα δύο αδέλφια είχαν βγει πλέον για τα καλά στην παρανομία. Την «τύχη» του Καρατζά είχε και ο Κώστας Βέτσος, ο δεύτερος από τους δολοφόνους του πατέρα των Ρεντζαίων.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, έπεσε σε έναν γκρεμό για να γλιτώσει από τον Γιάννη και τον Θύμιο που τον καταδίωκαν. Άλλες μαρτυρίες αναφέρουν ότι οι Ρεντζαίοι του έστησαν καρτέρι και τον σκότωσαν.

Σειρά είχαν οι Γιολδασαίοι, συγγενείς του Καρατζά. Πρώτο θύμα των Ρεντζαίων ήταν ο Μήτρος Γιολδάσης, γνωστός και ως Αλίμονος. Τα δύο αδέλφια του Γιολδάση που ήταν φαντάροι στα Γιάννενα λιποτάκτησαν θέλοντας να εκδικηθούν τον φόνο του αδελφού τους. Έπεσαν στην παγίδα των Ρεντζαίων που τους σκότωσαν. Πάνω στο πτώμα του ενός βρέθηκε το σημείωμα: «Εκτελεστής Ιωάννης Ρέντζος».

Στο μεταξύ, στρατιωτικά αποσπάσματα είχαν επιδοθεί σε ένα ανελέητο κυνήγι των Ρεντζαίων. Συνέλαβαν πολλούς συγχωριανούς τους από το Ανώγειο και τους φυλάκισαν στα Γιάννενα. Περίπου 40 από αυτούς πέθαναν στις φυλακές Ακραίου από άγνωστη ασθένεια…

Οι Ρεντζαίοι βρήκαν και τον τρίτο της παρέας των δολοφόνων του πατέρα τους, τον Βαγγέλη Παππά.

Είχαν μάθει ότι είχε διαφωνήσει με τον φόνο και δεν συμμετείχε. Κατάφεραν να τον βρουν και αφού βεβαιώθηκαν ότι ο Παππάς δεν είχε καμία εμπλοκή στη δολοφονία του πατέρα τους, τον άφησαν να φύγει με την υπόσχεση ότι «όσο εμείς ζούμε κανείς δεν θα σε πειράξει».

st-empros

Η ληστρική – εγκληματική δράση των Ρεντζαίων

Από τότε, ουσιαστικά, ξεκινάει η εγκληματική δράση των Ρεντζαίων. Κατηγορούνται για 80 δολοφονίες, απαγωγές, ληστείες και άλλα αδικήματα. Καθοριστική ήταν η γνωριμία τους με τον Βασίλη Κολοβό, Βορειοηπειρώτη από το χωριό Σωτήρα, που ήταν οπλαρχηγός στον αγώνα για την αυτονομία της Βορείου Ηπείρου.

Όταν η πατρίδα του έμεινε εκτός των ορίων του ελληνικού κράτους, εγκαταστάθηκε στα Γιάννενα. Ο Κολοβός έτρεφε άσβεστο μίσος για τον Αλβανό αξιωματικό Μίτσι Ντούτσιε ο οποίος είχε σκοτώσει τον αδελφό του Σταύρο.

Ήρθε σε συνεννόηση με τους Ρεντζαίους, πήγαν στην Αλβανία όπου σκότωσαν τον Μίτσι Ντούτσιε και τη συνοδεία του. Η ιστορία αυτή έγινε και δημοτικό ηπειρωτικό τραγούδι, ιδιαίτερα αγαπητό στα χωριά του ακριτικού Πωγωνίου:

Από Πέρα απ’ το Δερβένι, αυτοκίνητο διαβαίνει
Έχει μέσα κομπανία, πάνε για την Αλβανία
Έγινε μεγάλη μάχη κάτω απ’ το Μαρκάτι
Σκότωσαν τον Μίτσι Ντούτσιε κ’ όλη την παρέα που ‘χε…
Κολοβός με κομπανία, μπήκαν μες στην Αλβανία

Με την επιστροφή του στα Γιάννενα, ο Γιάννης Ρέντζος γνώρισε και ερωτεύτηκε την κόρη του Κολοβού, Χαρίκλεια, την οποία και παντρεύτηκε αργότερα,όπως θα δούμε.Ο Βασίλης Κολοβός, πολιτευτής με το βενιζελικό κόμμα και με «υψηλές» γνωριμίες (βουλευτές, δικαστές κλπ.),έβγαλε σε πολλές περιπτώσεις «λάδι» τους Ρεντζαίους ενώ θεωρείται ότι ήταν αυτός που τους καθοδηγούσε.

Όπως αναφέραμε, στη διάρκεια της εγκληματικής τους δράσης, οι Ρεντζαίοι σκότωσαν 80 ανθρώπους(κατά τον ανακριτή Αργυράκη 42)

Ανάμεσα στα άλλα εγκλήματα των Ρεντζαίων, ξεχωριστή θέση είχαν οι απαγωγές. Από την απαγωγή του νεαρού Τάκη Παπαγιαννόπουλου, αποκόμισαν 850.000 δραχμές. Απήγαγαν τον Ελιά Μαραμένο, γιο πλούσιου Εβραίου των Ιωαννίνων και αποκόμισαν 1.000.000 δραχμές.

Μετά την απελευθέρωσή του μικρού Ελιά, καταχαρούμενος ο πατέρας του, έστειλε ευχαριστήριο γράμμα (!) στους Ρεντζαίους και τους προσκάλεσε στο σπίτι του (!), Κάτι που έγινε αργότερα… Από την απαγωγή του Αλκιβιάδη Φωρτονόπουλου, εισέπραξαν 40.000 δραχμές. Φυσικά ζωοοκλοπές, ληστείες μικρών χρηματικών ποσών, εκβιασμοί κλπ., ήταν στην ημερήσια διάταξη για τους Ρεντζαίους.

Περιττό είναι ν’ αναφέρουμε, ότι όλο αυτό το διάστημα τα στρατιωτικά αποσπάσματα προσπαθούσαν χωρίς αποτέλεσμα να εντοπίσουν και να τους συλλάβουν.Κάποια στιγμή, ο Ανώτερος Στρατιωτικός Διοικητής των Ιωαννίνων, κάλεσε τον πρόεδρο των Ανωγείων Θύμιο Παππά και με αυστηρό ύφος απαίτησε να συλλάβει τους Ρεντζαίους.

Ο πρόεδρος, σε έντονο ύφος, του απάντησε σοφά:

«Εσύ με τόσα ντουφέκια δεν μπορείς να τους συλλάβεις, εγώ με την αγκλίτσα θα τους συλλάβω;»

st-anwgeio
Ανώγειο


Η αμνηστία των Ρεντζαίων

Το 1924, η ληστεία στην Ελλάδα, αλλά ειδικότερα στην Ήπειρο, αποτελούσε μάστιγα.

Στις 19 Αυγούστου 1924, η κυβέρνηση θέσπισε το εξής διάταγμα, με την προσδοκία ότι θα δώσει λύση στο πρόβλημα:

«Όποιος ληστής σκοτώσει τον σύντροφό του παίρνει αμνηστία».

Ο πανούργος Κολοβός το διάβασε και ενημέρωσε τους Ρεντζαίους, προτείνοντάς τους να σκοτώσουν τους συντρόφους τους για να αμνηστευθούν. Οι Ρεντζαίοι αμφιταλαντεύτηκαν. Τελικά, μετά από άγρια μάχη, έπεσαν νεκροί οι «συνάδελφοι» και φίλοι των Ρεντζαίων Κοντογιώργος, Σιντόρης, Κατέρης και Σαρής. Για τον τελευταίο λέγεται ότι ήταν τόσο δεινός σκοπευτής που περνούσε μία σφαίρα μέσα από δαχτυλίδι!

Οι Ρεντζαίοι, με τα κεφάλια των συντρόφων τους ως αποδείξεις, ενημέρωσαν τον Κολοβό. Αυτός σύντομα φρόντισε για τα χαρτιά της αμνηστίας των Ρεντζαίων, ενώ τους έφερε και τα κλειδιά από το διώροφο σπίτι στο Μέγαρο Τσιγαρά που βρισκόταν απέναντι από την Ανώτερη Στρατιωτική Διοίκηση Ιωαννίνων, που είχε αγοράσει για λογαριασμό τους.

Δείτε στο έγγραφο της αμνήστευσης των Ρεντζαίων, ότι δεν αναγράφονται τα επώνυμά τους, παρά μόνο τα αρχικά τους, ενώ αναφέρονται μόνο τα αρχικά των επωνύμων των «θυμάτων» τους.

st-amnesty

Η είσοδος των Ρεντζαίων στα Γιάννενα

Οι Ρεντζαίοι έβαλαν όμως τους δικούς τους όρους «παράδοσης». Αξίωσαν και πέτυχαν, να τους περιμένει στο χάνι της Ανατολής έξω από τα Γιάννενα, με το έγγραφο της αμνηστίας, ο Αρχηγός Χωροφυλακής Παναγιωτόπουλος που είχε σταλεί ειδικά από την κυβέρνηση. Ο Παναγιωτόπουλος, τους συνόδευσε έως τα Γιάννενα, όπου παρέδωσαν τον οπλισμό τους.

Στη διαδρομή, επικρατούσε το αδιαχώρητο! Πλήθος κόσμου, επευφημούσε τους Ρεντζαίους. Το κράτος με το υπ’ αριθ. 360-360-1924 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, ανέστειλε για δέκα χρόνια την ποινική δίωξη κατά των Ρεντζαίων.

Σύμφωνα με το βούλευμα, αυτοί είχαν διαπράξει μόνο πέντε ληστείες. Έτσι οι δύο, τέως, ληστές, άρχισαν την καινούργια τους ζωή, απολαμβάνοντας την ελευθερία τους.

Ως ευκατάστατοι πολίτες, συναναστρέφονται με πολιτικούς, δικαστικούς, στρατιωτικούς, εμπόρους κλπ. Τον Φεβρουάριο του 1925, έγινε ο γάμος του Γιάννη Ρέντζιου με την Χαρίκλεια Κολοβού, στον οποίο γλέντησαν όλα τα Γιάννενα. Κουμπάρος τους, ήταν ο επιστήθιος φίλος του γαμπρού Γεώργιος Βλάχος ή Διαμάντης. Οι επιφανέστεροι Γιαννιώτες, έστειλαν τις 90 τούρτες του γάμου και άλλα δώρα μεγάλης αξίας. Το καλύτερο όλων των δώρων, έκανε στους νιόπαντρους ο έμπορος Μαραμένος, τον γιο του οποίου είχαν απαγάγει οι Ρεντζαίοι όπως είδαμε.

Η ζωή τους κυλούσε ήσυχα στα Γιάννενα. Μάλιστα προσλήφθηκαν στη Χωροφυλακή, όπου ο Γιάννης Ρέντζος έφερε τον βαθμό του Ενωμοτάρχη, ενώ ο Θύμιος, που δεν παντρεύτηκε καθώς ήταν άστατος χαρακτήρας, του Αποσπασματάρχη.

Ο μόνος που δεν ήταν ικανοποιημένος από την όλη κατάσταση, ήταν ο Κολοβός. Ζητούσε από τον γαμπρό του Γιάννη να μετακομίσουν στο Κιλκίς, όπου είχε αγοράσει ένα μεγάλο κτήμα, αλλά εκείνος χρονοτριβούσε. Νωρίτερα, θέλησαν να αγοράσουν ένα κτήμα στα Σκόπια, αλλά έπρεπε για την αγορά του να γίνουν Σέρβοι πολίτες, κάτι που ο Γιάννης Ρέντζος δεν δέχτηκε.

– «Πρώτα θα κάνω μία μεγάλη δουλειά και μετά θα έρθω στο Κιλκίς», έλεγε ο Γ. Ρέντζος στον πεθερό του.

Η ληστεία της Πέτρας

Στις 13 Ιουνίου 1926, ημέρα Κυριακή, αναχώρησε από την Πρέβεζα για τα Γιάννενα, ένα επταθέσιο Fiat, το οποίο είχε ναυλωθεί από το Υποκατάστημα Εθνικής Τράπεζας Ιωαννίνων, για τη μεταφορά ενός μεγάλου χρηματικού ποσού (15.000.000 δραχμών), από την Πρέβεζα προς τα Γιάννενα.

Στο αυτοκίνητο επέβαιναν οκτώ άτομα, ενώ υπήρχε συνοδεία από τέσσερις χωροφύλακες. Ακολουθούσε και δεύτερο συνοδευτικό αυτοκίνητο της Χωροφυλακής όπου επέβαιναν πέντε άνδρες.

Στη διαδρομή από την Πρέβεζα για τα Γιάννενα, μετά από μιάμιση ώρα, στις στροφές της Πέτρας, ένας κορμός δέντρου έφραξε τον δρόμο του πρώτου οχήματος.

Πέντε ληστές, είχαν στήσει ενέδρα. Ο οδηγός του οχήματος Απόστολος Δράκος, αιφνιδιάστηκε. Πριν προλάβει να φρενάρει, δέχτηκε καταιγισμό πυροβολισμών από τρεις μεριές.

Ο Δράκος και ο επικεφαλής των Χωροφυλάκων Παπασταματίου, έπεσαν νεκροί. Ακυβέρνητο το αυτοκίνητο, που είχε και σκασμένα λάστιχα από τα πυρά κύλησε σε μια κατηφόρα. Οι πυροβολισμοί από τις κάννες των Μάνλιχερ και Μάουζερ συνεχίστηκαν. Νεκροί έπεσαν οι χωροφύλακες Σπύρος Κατσούρης και Ευάγγελος Πρέτζας και οι Χαρίτων Καρπούζης, Παναγιώτης Καλλίγερος, Σπύρος Μπόλας, υπάλληλοι της Τράπεζας, καθώς και ο έμπορος υφασμάτων Βασίλης Παπαγεωργίου, που είχε συνοδεύσει τον φίλο του Διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας Ιωαννίνων Αλέξανδρο Λειβαδέα στην Πρέβεζα και επέστρεφε στα Γιάννενα.

Διασώθηκαν ο Βλαδίμηρος Λαζαρίδης, που επίσης συνόδευε τον Λειβαδέα στην Πρέβεζα και ο οποίος καταπλακώθηκε από τα πτώματα των συνεπιβατών και λιποθύμησε και ο Χωροφύλακας Λειβαδίτης που τραυματίστηκε αλλά κατάφερε να ξεφύγει μέσα στην πυκνή βλάστηση προς τον ποταμό Λούρο.

st-sxedio

 

Λίγο αργότερα έφτασε στον τόπο όπου έγιναν οι δολοφονίες και η ληστεία της χρηματαποστολής ,το δεύτερο συνοδευτικό όχημα. Κατά τραγική ειρωνεία το οδηγούσε ο αδελφός του οδηγού του πρώτου αυτοκινήτου Απόστολου Δράκου, ο οποίος πλέον ήταν νεκρός.

Οι πέντε Χωροφύλακες που επέβαιναν στο αυτοκίνητο (Σούκερης, Πλευράκης, Αρώνης, Φουζάκης και Ψαρός) αντί να καταδιώξουν τους ληστές που δεν είχαν προλάβει να απομακρυνθούν έδωσαν εντολή στον οδηγό να αναπτύξει ταχύτητα και να κατευθυνθεί στη Φιλιππιάδα για να αναφέρουν το γεγονός.

Μόλις μαθεύτηκε η είδηση στις πόλεις της Ηπείρου επικράτησε πανικός και σύγχυση. Όταν ξεκαθάρισε το ‘’τοπίο’’ για το πόσοι ήταν οι νεκροί ,δημιουργήθηκε μια ζώνη ασφαλείας (αποκλεισμού) σε ακτίνα 20 χιλιομέτρων από τον τόπο του συμβάντος, ενώ απαγορεύτηκε η μετακίνηση των κατοίκων Ιωαννίνων, Άρτας και Πρέβεζας σε απόσταση μεγαλύτερη των 20 χιλιομέτρων από αυτές.

rentzaioi_listeia

Το έργο της επίβλεψης ανέλαβε ο Διοικητής της 8ης Μεραρχίας Διαλέτης, ενώ το θέμα έφτασε και σε υψηλά κυβερνητικά κλιμάκια στην Αθήνα. Αποφασίστηκε να σταλεί στην Ήπειρο ως επόπτης των ερευνών ο Συνταγματάρχης Γάσπαρης.

Παράλληλα στάλθηκαν και τα Β’ και Δ’ Τάγματα της λεγόμενης Δημοκρατικής Φρουράς για ενίσχυση των στρατευμάτων που υπήρχαν ήδη στην Ήπειρο.

Στις 14 Ιουνίου έγιναν οι κηδείες των θυμάτων, ενώ η Εθνική Τράπεζα ανακοίνωσε τη χορήγηση σύνταξης στις οικογένειες των πληγέντων και την ‘’επικήρυξη’’ των ληστών και δολοφόνων με 2.000.000 δραχμές.

Ανακρίσεις- Συλλήψεις- Πρώτη δίκη για τη ληστεία

Οι ανακρίσεις που ακολούθησαν ήταν κάτι παραπάνω από εξονυχιστικές, εξευτελιστικές και απάνθρωπες. Επικεφαλής των ανακρίσεων ήταν ο Μοίραρχος Μακρυγιάννης, περιβόητος για τη σκληρότητά του.

Έκανε πραγματική εκστρατεία στα χωριά Πέτρα- Καντζά και Λούρο ξυλοκοπώντας αθώους κατοίκους. 7.000 χωρικοί παρέμειναν για μέρες χωρίς τροφή και νερό στο Δημοτικό Σχολείο Λούρου και γύρω από αυτό. Έτρωγαν μόνο ανελέητο ξύλο. Χωρίς κανένα αποτέλεσμα…

Υπήρξαν προσαγωγές (όπως θα λέγαμε σήμερα) και συλλήψεις πολλών και διάφορων. Ένα πρόσφορο που βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος οδήγησε τις Αρχές στη Μονή του Προφήτη- Ηλία πάνω απ’ τα Λιοβούνια και στον ηγούμενό της Παπά- Γιάννη (κοσμικό όνομα Ιωακείμ Νάκιος) με δράση στον βορειοηπειρωτικό αγώνα.

Ο Παπά- Γιάννης ανακρίθηκε και έδωσε αρκετά στοιχεία για τη ληστεία. Στο μεταξύ οι Ρεντζαίοι, που θεωρήθηκαν από την αρχή ως εμπνευστές της ληστείας, έφυγαν από τα Γιάννενα και άρχισαν να αναζητούνται.

rentzaioi2


Με βούλευμα της 2/6/1927 παραπέμφθηκαν ως πρώτοι ένοχοι για τη ληστεία οι Γιάννης και Θύμιος Ρέντζος, Αντώνιος Καψάλης, Ανδρέας Κώτσης, Παπά- Γιάννης, Στέργιος Κοτσιώρης, Δημήτριος Παππάς ή Μερεμέτης, Λάμπρος Στάθης που φυγοδικούσε και Σταύρος Στάθης. Η δίκη τους ξεκίνησε στην Κέρκυρα στις 24/10/1927.

Το δικαστήριο καταδίκασε σε θάνατο τον Παππά ή Μερεμέτη και σε ισόβια τον Αντώνιο Καψάλη. Σε δύο χρόνια φυλάκιση καταδικάστηκαν ο Παπά- Γιάννης και ο Κοτσιώρης, ενώ αθωώθηκαν οι Κώτσης και Σ. Στάθης. Ο Μερεμέτης ντουφεκίστηκε στις 10/10/1928 στο ίδιο δέντρο που κατέληξε το όχημα της χρηματαποστολής.

Η φυγή των Ρεντζαίων στο εξωτερικό- Η σύλληψή τους- Η δίκη και η εκτέλεσή τους

Ο Στρατηγός Διαλέτης κάλεσε στις 25 Ιουνίου 1926 τους Ρεντζαίους να δώσουν πληροφορίες (ή εξηγήσεις) για τη ληστεία της Πέτρας. Αυτοί όμως φρόντισαν να εξαφανιστούν. Κρύφτηκαν στην περιοχή της Φιλιππιάδας, ενώ όταν χειμώνιασε ανέβηκαν στα Ζαγοροχώρια.

Μαζί τους ήταν και ο πιστός φίλος τους Ματσάγκας. Έκαναν προσπάθειες να δωροδοκήσουν αρχικά τον εκδότη της εφημερίδας ‘’Ήπειρος’’ Γ. Χατζή- Πελλερέυ και στη συνέχεια τους ανακριτές Λεονταρίτη και Ταμιουλάκη με 300.000 δραχμές τον καθένα χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Κατάφεραν να βρουν 5.000.000 που είχε κρύψει τη μέρα της ληστείας ο Λάμπρος Στάθης και αργότερα άλλα 4.000.000, τα περισσότερα από τα οποία είχαν καταστραφεί από τις βροχές. Τα υπόλοιπα 6.000.000 δραχμές ήταν αυτά που είχε κρύψει ο Μερεμέτης.

rentzaioi_sillipsi


Τ
η Μεγάλη Παρασκευή του 1927 οι Ρεντζαίοι πέρασαν στην Αλβανία. Μετά από διάφορες περιπέτειες βρέθηκαν μέσω Δυρραχίου στο Μπάρι της Ιταλίας. Από εκεί πήγαν στο Μιλάνο, έπειτα στη Σερβία και τελικά στο Βουκουρέστι.

Είχαν την ατυχία όμως κάποιος Ηπειρώτης που ζούσε και εργαζόταν εκεί να τους αναγνωρίσει. Επικοινώνησε με την ελληνική πρεσβεία στη ρουμανική πρωτεύουσα δίνοντας περισσότερες πληροφορίες.

Ο πρεσβευτής Κόλλας σε συνεργασία με τον Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή Βουκουρεστίου Στρατιλέσκου άρχισαν να αναζητούν τους Ρεντζαίους. Ανακαλύπτουν την κρυφή σχέση των δύο ληστοφυγόδικων με τους αδελφούς Κώστα και Λεωνίδα Τσιάρα.

Οι πλούσιοι και ευκατάστατοι αδελφοί Τσιάρα αποδείχθηκε ότι ήταν οι οργανωτές της ληστείας της Πέτρας. Σύντομα οι Ρεντζαίοι ενημερώνουν τους αδελφούς Τσιάρα ότι βρίσκονται στη Βάρνα της Βουλγαρίας, όπου είχαν ανοίξει με ψεύτικα αλβανικά ονόματα, επιχείρηση εμπορίας δημητριακών και τυριών.

Οι ελληνικές Αρχές έστειλαν στη βουλγαρική πόλη τον Διευθυντή της Αστυνομίας Πόλεων Καλυβίτη, τον έμπειρο Αστυνόμο Κουτσομάρη, τον γνώστη της βουλγαρικής γλώσσας Αστυνόμο Βλαχίδη και τον Υπαστυνόμο Λαμπρινόπουλο, που υπηρετούσε τότε στο Κιλκίς.

Όταν έφτασαν στη Βάρνα ,οι Έλληνες αστυνομικοί ήρθαν σε συνεννόηση με τον Αστυνομικό Διευθυντή της πόλης Μεδνικάροφ και εντόπισαν τους Ρεντζαίους, οι οποίοι μαζί με τον Ματσάγκα ασχολούνταν με το εμπόριο.

Ο Κουτσομάρης, που είχε πάρει μέρος στο παρελθόν στο κυνήγι των Ρεντζαίων στην Ήπειρο, αναγνώρισε τον Θύμιο Ρέντζο. Και οι τρεις συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν(ο Ματσάγκας αργότερα) σιδηροδέσμιοι με τρένο στην Αθήνα. 

Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί στον Σταθμό Λαρίσης το πρωί της 19ης Νοεμβρίου 1928 για να δει από κοντά τους ανθρώπους που είχαν αιματοκυλίσει την Ήπειρο και είχαν προξενήσει τεράστια αναστάτωση όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στα Βαλκάνια!

Μέσα από τα κελιά τους οι Ρεντζαίοι αρνούνται τις κατηγορίες, αλλά ομολογούν δύο φόνους και δέκα ληστείες που έκαναν στα ελληνοαλβανικά σύνορα μετά την έκδοση του εντάλματος σύλληψής τους, που είχαν αποδοθεί αρχικά στη συμμορία Φορφόλια.

rentzaioi_ektelesi


Στις 22 Σεπτεμβρίου 1929 ξεκίνησε η δίκη των Ρεντζαίων και άλλων. Ανάμεσά τους και ο Βασίλης Κολοβός πεθερός του Γ. Ρέντζου, που βοήθησε στον εντοπισμό του γαμπρού του στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία! Οι Ρεντζαίοι, ο Κ. Καψάλης, ο Φ. Διαμάντης και ο Ε. Κόκκαλης καταδικάστηκαν σε θάνατο.Άλλοι σε ποινές φυλάκισης, ενώ άλλοι ,ανάμεσά τους κ
αι ο Κολοβός. αθωώθηκαν.

Στις 5 Μαρτίου 1930 εκτελέστηκαν στην Κέρκυρα οι θανατοποινίτες. Αργότερα συνελήφθη και ο Λάμπρος Στάθης που φυγοδικούσε. Δικάστηκε στο Κακουργιοδικείο Κέρκυρας και καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά.

Κάπως έτσι έληξε ένα θλιβερό κεφάλαιο για την Ήπειρο. Οι Ρεντζαίοι δεν ήταν απλοί λήσταρχοι. Με υψηλές πολιτικές γνωριμίες και διασυνδέσεις κατάφερναν πάντα να ξεφεύγουν από την τσιμπίδα του Νόμου. Ίσως και να είχαν δίκιο όταν φώναζαν μέσα από τα κελιά τους ότι κρύβονται (και) ‘’ισχυρά πρόσωπα’’ πίσω από τη ληστεία της Πέτρας.

Μάλλον η πυρκαγιά που κατέστρεψε τα πάντα στο Δικαστικό Μέγαρο Ιωαννίνων ενώ δικάζονταν στην Κέρκυρα οι Ρεντζαίοι και οι υπόλοιποι δεν ήταν τυχαία.

kerkyra_rentzaioi


Η απόδραση των Ρεντζαίων και το πάθημά τους με τη βάρκα

Ανάμεσα στην όλη εγκληματική δράση των Ρεντζαίων, υπάρχει κι ένα περιστατικό βγαλμένο στην κυριολεξία μέσα από κωμικές ταινίες ή τις ιστορίες του Λούκι Λουκ με τους αδελφούς Ντάλτον.

Όταν οι Ρεντζαίοι ήταν φυλακισμένοι στο νησάκι Βίδο (την αρχαία Πτυχία) της Κέρκυρας, κατάφεραν ν’ αποδράσουν. Πήδηξαν σε μια βάρκα και με την απειλή μαχαιριού ανάγκασαν τον βαρκάρη να τους μεταφέρει στην Αλβανία, διαφορετικά, όπως του είπαν, θα τον σκότωναν.

Ο βαρκάρης τους είπε να τραβήξουν κουπί για να φτάσουν γρήγορα. Οι Ρεντζαίοι ανυποψίαστοι έκαναν ό,τι τους είπε ο βαρκάρης. Ήταν άριστοι γνώστες των βουνών και των λαγκαδιών, παντελώς ανίδεοι όμως από θάλασσα.

Ο πονηρός βαρκάρης, είχε ρίξει κρυφά την άγκυρα της βάρκας στον βυθό και οι Ρεντζαίοι τραβούσαν κουπί για ώρες μέσα στη νύχτα, χωρίς να καταλάβουν ότι βρίσκονται στο ίδιο σημείο!

Έτσι οι Λιμενικοί τους βρήκαν το πρωί πολύ κοντά στην Κέρκυρα και τους συνέλαβαν. Βλαστημώντας και με σκυμμένα κεφάλια επέστρεψαν στα κελιά τους, με τη φρούρησή τους να γίνεται πιο αυστηρή.

rentzaioi


Ήταν οι Ρεντζαίοι οι δολοφόνοι του Στρατηγού Τελίνι;

Αναπάντητο θα μείνει το ερώτημα, αν οι Ρεντζαίοι είχαν εμπλοκή στη δολοφονία του Ιταλού Στρατηγού Τελίνι, ο οποίος ήταν πρόεδρος της επιτροπής για τη χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων το 1923.

Με προκλητικά φιλοοαλβανικές θέσεις, ήθελε να φτάσει τα ελληνοαλβανικά σύνορα στον ποταμό Καλαμά(δείτε σχετικό μας άρθρο στις 28/8/2016).

Σχετικά είναι και τα όσα γράφει ο αείμνηστος Χριστόφορος Μηλιώνης στο βιβλίο του «Δυτική Συνοικία». Να σημειώσουμε ότι ο Μηλιώνης γεννήθηκε στο χωριό Περιστέρι Πωγωνίου, που γειτνιάζει με τη θέση Ζέπι όπου δολοφονήθηκε ο Τελίνι. Και στο βιβλίο του Νίκου Πάνου «Ρεντζαίοι, Οι Βασιλείς της Ηπείρου», βρήκαμε όμως ενδιαφέροντα στοιχεία.

Ενώ οι Ρεντζαίοι ήταν κρατούμενοι στη Βάρνα της Βουλγαρίας, τους επισκέφθηκε στο κελί τους ο Ιταλός πρόξενος, που τους έκανε ερωτήσεις για το «επεισόδιο της Κακαβιάς». Οι Ρεντζαίοι δεν έδωσαν καμία απάντηση και ο Ιταλός έφυγε άπραγος.

Ενώ οι Ρεντζαίοι ήταν κρατούμενοι στην Κέρκυρα, έδωσαν στον αδελφό του συγκρατούμενού τους Βαγγέλη Κόκκαλη, Πάνο (που είχε πάει να επισκεφθεί τον αδελφό του), ένα «φτιαχτό» τσιγάρο. Μέσα σ’ αυτό είχαν κρύψει ένα σημείωμα για τον Ιταλό πρόξενο στην Κέρκυρα, όπου του εξηγούσαν τι έγινε στην Κακαβιά το 1923. Το τσιγάρο δεν έφτασε ποτέ στα χέρια του Ιταλού.

Η Ελληνίδα γραμματέας του, καθώς εκείνος έλειπε, περιεργαζόμενη το τσιγάρο, ανακάλυψε το σημείωμα και έκρινε ότι έπρεπε να το παραδώσει στις Ελληνικές Αρχές, καθώς όσα γράφονταν σ’ αυτό ήταν πολύ σοβαρά.

Οι Ρεντζαίοι παίζοντας ένα από τα τελευταία τους χαρτιά, ήθελαν να δημιουργήσουν αναταραχή με το σημείωμα αυτό και να βρουν ευκαιρία να αποδράσουν. Το θέμα των Ρεντζαίων έφτασε πολλές φορές και στη Βουλή.

Κατηγορήθηκε, έμμεσα, ο βουλευτής πλέον Δήμος Νότης Μπότσαρης, για ύποπτες σχέσεις με τους Ρεντζαίους, οι οποίοι, υποτίθεται, τον «κράταγαν» μετά απ’ όσα έγιναν στην Κακαβιά το 1923. Χωρίς αποδείξεις όμως…

vivlio
selida2
selida


Βέβαια το modus operandi (ο τρόπος δράσης), με τους ένοπλους (και με μάνλιχερ), με στρατιωτικές στολές με τους κορμούς δέντρων κλπ. και στην Κακαβιά και στην Πέτρα, ήταν το ίδιο. Ούτε αυτό όμως είναι αποδεικτικό στοιχείο.

Εκτενείς συζητήσεις για το θέμα αυτό, έχουμε κάνει με τον Δρα Ιωάννη Σ. Παπαφλωράτο, συγγραφέα, μεταξύ άλλων, και του εξαιρετικού βιβλίου «Η ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ 1923 – ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ TELLINI/ΚΕΡΚΥΡΑΣ». Ο Δρ. Ι. Παπαφλωράτος, είναι ο Έλληνας που έχει ασχοληθεί, πιθανότατα, περισσότερο από κάθε άλλον στη χώρα μας, με την υπόθεση Τελίνι.

Στο βιβλίο του, γράφει χαρακτηριστικά: (σελ.490): «Οι Αλβανοί υπεστήριξαν ότι οι ληστές Ρετζαίοι διέπραξαν το έγκλημα. Οι τελευταίοι, όμως, αρνήθηκαν κάθε εμπλοκή τους στην υπόθεση και μάλιστα ενώπιον του εκτελεστικού αποσπάσματος, όταν εξομολογήθηκαν στον Μητροπολίτη Αθηναγόρα (σημ. μετέπειτα Οικουμενικό Πατριάρχη) το 1930.

Ο τελευταίος (σημ. που είχε γεννηθεί στο Βασιλικό Πωγωνίου), επιδίωξε να είναι ο εξομολογητής τους για να λύσει το μυστήριο. Αυτό αποδεικνύει ότι ούτε εκείνος είχε πειστεί από την επίσημη ελληνική εκδοχή».

Η φωτιά στο Δικαστικό Μέγαρο Ιωαννίνων, έκαψε όλα τα επίσημα έγγραφα για τη δολοφονία Τελίνι. Έτσι ποτέ δεν θα μάθουμε αν οι Ρεντζαίοι ήταν εκτός από λήσταρχοι και σωτήρες της Ηπείρου. Και αν η θριαμβευτική υποδοχή τους στα Γιάννενα το 1924, ήταν υποδοχή μεταμελημένων ληστών ή υποδοχή ηρώων…

 

Πηγή:
Νίκος Ι. Πάνος «ΡΕΝΤΖΑΙΟΙ: ΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ», Φιλιππιάδα 2005, Β’ Έκδοση
Ο κύριος Πάνος, είχε την καλοσύνη να επικοινωνήσει μαζί μας μετά τη δημοσίευση του χθεσινού μας άρθρου. Τον ευχαριστούμε θερμά και τον συγχαίρουμε και από εδώ για το εξαιρετικό βιβλίο του!

protothema.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

four + nine =