Η έγκαιρη παρέμβαση, σε βρέφη που κινδυνεύουν να αναπτύξουν αυτισμό, μέσω θεραπείας από τους ίδιους τους γονείς τους, βελτιώνει την κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού και μείωνει κατά 2/3 την πιθανότητα να διαγνωστούν με αυτισμό. Αυτό έδειξε η έρευνα, που έκανε για πρώτη φορά παγκοσμίως το Αυστραλιανό ινστιτούτο Telethon Kids, σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια La Trobe, Δυτικής Αυστραλίας και του Manchester.

Η πρωτοποριακή μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο JAMA Pediatrics, έδειξε πως η προληπτική παρέμβαση σε παιδιά ηλικίας ενός ή δύο ετών μειώνει σημαντικά τις συμπεριφορές που σχετίζονται με τον αυτισμό.

Συνήθως τα παιδιά διαγιγνώσκονται με αυτισμό περίπου στην ηλικία των τριών ετών και τότε αρχίζουν οι θεραπείες. Αυτό σημαίνει ότι τα πρώτα δύο χρόνια μετά τη γέννηση ενός παιδιού, όταν ο εγκέφαλος αναπτύσσεται γρήγορα και οι θεραπείες μπορεί να έχουν μεγαλύτερη επίδραση, πάνε χαμένα.

Οι ερευνητές ήθελαν να δοκιμάσουν αν θα μπορούσαν να παρέχουν θεραπεία εκείνα τα πρώτα χρόνια, για να υποστηρίξουν καλύτερα την ανάπτυξη του παιδιού και να μειώσουν την πιθανότητα ή την ένταση του αυτισμού.

Συνεργάστηκαν με την Υπηρεσία Υγείας Παιδιών και Εφήβων της Δυτικής Αυστραλίας, για τον εντοπισμό παιδιών που κινδυνεύουν από αυτισμό, των οποίων οι γονείς, τα αδέλφια και στενοί συγγενείς έχουν αυτισμό ή που είχαν πρώιμα συμπτώματα αυτιστικής συμπεριφοράς.
Η κλινική δοκιμή διήρκησε 4 χρόνια και έλαβαν μέρος 89 βρέφη ηλικίας από 9-14 μηνών. Για περισσότερο από πέντε μήνες, το 50% των παιδιών είχαν την παρέμβαση και τα άλλα μισά όχι.

Όπως δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής Andrew Whitehouse στο αυστραλιανό δίκτυο ABC:
«Οι περισσότερες θεραπείες ή παρεμβάσεις για τον αυτισμό προσπαθούν να αλλάξουν ή να διαμορφώσουν τις αναπτυξιακές διαφορές των αυτιστικών παιδιών με πιο «τυπικές» συμπεριφορές. Αυτό που εμείς θέλαμε να κάνουμε ήταν να εντοπίσουμε τις μοναδικές συμπεριφορές κάθε μωρού και να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις δυνάμεις ως θεμέλιο για την μελλοντική του ανάπτυξη».

Βιντεοσκόπησαν τους γονείς και τα παιδιά να παίζουν και να αλληλεπιδρούν και στη συνέχεια τους έδωσαν στοιχεία για τον μοναδικό τρόπο επικοινωνίας του παιδιού τους, ώστε να βοηθήσουν τους γονείς να αλληλεπιδράσουν με τα παιδιά τους καλύτερα. Ήθελαν να ενισχύσουν την επικοινωνία μεταξύ γονέα και παιδιού ως δομικό στοιχείο, για την ανάπτυξη του εγκεφάλου.

«Αυτό που κάνουμε είναι να αποκαλύπτουμε στους γονείς το μυστικό, για το πώς το μωρό τους επικοινωνεί μαζί τους μέσω του σώματός τους, μέσω του προσώπου τους, μέσω των φωνητικών τους εκφράσεων και πώς μπορούν να επικοινωνήσουν καλύτερα για να ενισχύσουν τις αλληλεπιδράσεις εγκεφάλου του παιδιού του», είπε ο καθηγητής Whitehouse.

Η έρευνα διαπίστωσε πως σε ηλικία τριών ετών τα μωρά που είχαν κάνει τη θεραπεία είχαν σημαντικά μειωμένες συμπεριφορές αυτισμού. Η πρώιμη παρέμβαση ήταν τόσο αποτελεσματική, ώστε τα παιδιά που έκαναν τη θεραπεία ήταν λιγότερο πιθανό να πληρούν καν τα κλινικά κριτήρια για διάγνωση αυτισμού.

«Τα δυο τρίτα των παιδιών που έλαβαν τη θεραπεία μας, είχαν λιγότερες πιθανότητες να πληρούν τα κριτήρια διάγνωσης με αυτισμό. Αυτό είναι μια τεράστια μείωση. Είναι η πρώτη φορά που διαπιστώθηκε ποτέ στον κόσμο» τόνισε ο καθηγητής Andrew Whitehouse.

Η έρευνα διαπίστωσε ότι η έγκαιρη παρέμβαση και υποστήριξη από ειδικούς σε γονείς και βρέφη, θα μπορούσε να αλλάξει την αναπτυξιακή πορεία των παιδιών και ενδεχομένως να αλλάξει όλη την πορεία της ζωής τους.

 

 

Αυστραλία/Ανταπόκριση: Έμμα Παπαεμμανουήλ/ertnews.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here