Παλιότερα η λαϊκή αγορά γινόταν άλλες φορές στη περιοχή Μουχούστι κι άλλες στην πλατεία Μονοπωλίου.

Του Σωτήριου Σαρλή

Στη δεύτερη δημαρχία του (1903) ο Ευάγγελος Γαρουφαλιάς τη μετέφερε από το Μονοπλιό στη θέση πλάτανος (Κακαβά), αλλά δεν έμεινε για πολύ εκεί. Η λαϊκή ξαναγύρισε στο Μονοπλιό.

Μετά τους βομβαρδισμούς του 1941, οι οποίοι κατέστρεψαν τρία παλιά αρχοντικά στο κέντρο της πόλης, η λαϊκή για μερικά χρόνια γίνονταν εκεί ανάμεσα στα χαλάσματα των γκρεμισμένων σπιτιών. Αργότερα εγκαταστάθηκε στο χώρο που βρίσκεται και σήμερα, αφού κατεδαφίστηκαν κάποια παλιά σιδεράδικα, το χοροδιδασκαλείο του Παλάντζα και απαλλοτριώθηκαν οικόπεδα τριγύρω χωρίς να αποζημιωθούν οι ιδιοκτήτες τους.

Η πρώτη μορφή της οργανωμένης και μόνιμης πλέον λαϊκής ήταν πολύ απλή. Ήταν υπερυψωμένη με υπόστεγα από τσίγκους και περίφραξη με τοίχο και κάγκελα. Οι μανάβηδες και οι πελάτες τους προστατεύονταν από την βροχή και τον ήλιο, όχι όμως από το κρύο του χειμώνα. Γι αυτό όταν επικρατούσαν χαμηλές θερμοκρασίες, ιδίως τις πρωινές ώρες του χειμώνα, ανάβανε φωτιές μέσα σε βαρέλια για να ζεσταίνονται.

Οι μόνιμοι πωλητές είχαν ξύλινους πάγκους με φρούτα και λαχανικά κάτω από τα στέγαστρα και πλήρωναν ενοίκιο στο Δήμο. Οι περιστασιακοί στρώνονταν κατάχαμα στην οδό Πριοβόλου και πωλούσαν μεμονωμένα προϊόντα όπως αυγά, σκόρδα, ματσάκια μαϊντανό, ενώ πλήρωναν το φόρο που τους αντιστοιχούσε σε κάποιον υπάλληλο που περιφέρονταν.

Ήταν δε αυτοί χωρικοί που έρχονταν με το αστικό λεωφορείο κουβαλώντας μαζί τους τη σοδειά του μικρού τους χωραφιού, τα λαχανικά του κήπου τους, τις κότες από το κοτέτσι τους, για να τα ξεπουλήσουν όλα μέχρι το μεσημέρι και να γυρίσουν πίσω.

Βλέπαμε και τις γυναίκες από το Πέτα που μάλλον έρχονταν πεζή, με τις πεδιλόγκες στο κεφάλι, όπου ισορροπούσαν το φορτίο τους, χωρίς να το κρατάνε με τα χέρια.

Οι μανάβηδες συνήθιζαν να διαλαλούν τα εμπορεύματά τους φωνάζοντας «εδώ τα μαρούλια τα καλά», «πάρτε καλές ντομάτες», «καρπούζια με το μαχαίρι», «διαλέχτε, διαλέχτε», «τζάμπα οι πατάτες».

Κυράδες, κόρες και ψυχοκόρες έρχονταν από το πρωί για να αγοράσουν τις σαλάτες και τα φρούτα τους. Προχωρούσαν στους διαδρόμους ψάχνοντας για το καλύτερο. Ανάμεσα από τα ψώνια αντάλλασσαν χαιρετισμούς, ασπασμούς και κουβέντες.

Οι γυναίκες συμβούλευαν η μία την άλλη να μη σκύβουν πολύ κατά το ξεδιάλεγμα των ζαρζαβατικών, ειδικά την εποχή που ήταν στη μόδα η μίνι φούστα. Οι άνδρες ψώνιζαν με συνοπτικές διαδικασίες.

Χαρακτηριστικός τύπος της λαϊκής ήταν ο Σάββας ο Λαδιάς, ο οποίος φώναζε «άλλος σειρά -σειρά μη σπρώχνεστε» ακόμα κι αν δεν υπήρχε κανένας μπροστά στον πάγκο του. Ο Λαδιάς λάτρευε το χώρο της λαϊκής και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από κει μέσα. Συχνά τον βλέπαμε ακόμα και το απόγευμα να τριγυρίζει μόνος στους άδειους διαδρόμους.

Ανάμεσα στο πλήθος περιφέρονταν γυρολόγοι. Τις γωνίες τις έπιαναν τσιγγάνοι που πουλούσαν πλαστικά πιάτα και πήλινες γλάστρες. Συχνά εμφανίζονταν και κάποιοι ξενόφερτοι που παρουσίαζαν το μαγικό τρίφτη, το γρήγορο ξεφλουδιστήρι και το σαπουνάκι καρμπονέλο.

Αργότερα ο χώρος αναδιαμορφώθηκε. Κατέβηκε η στάθμη στο ύψος του δρόμου, φτιάχτηκε η τσιμεντένια περίφραξη που υπάρχει και σήμερα και αλλάξανε τα υπόστεγα.

Γύρω από τη λαϊκή στις οδούς Πριοβόλου, Τζαβέλλα και Βασιλέως Πύρρου ήταν τα μανάβικα χονδρικής πώλησης, τα οποία άνοιγαν από τις τέσσερις το πρωί, γιατί έρχονταν τα φορτηγά να ξεφορτώσουν.

Το 1994 επί δημαρχίας Κώστα Βάγια έγινε η λαϊκή κλειστός χώρος, ενώ αργότερα μεταφέρθηκαν και τα ψαράδικα στο πίσω μέρος της. Αυτό το κλείσιμο από παντού παραξένεψε κάποιους που κοροϊδευτικά την αποκαλούσαν φυλαϊκή.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here