Το Πυροσβεστικό Σώμα είναι αυτό που θα έχει την ευθύνη του Εθνικού Μηχανισμού Εναέριας Έρευνας και Διάσωσης, ο οποίος θα φέρει το όνομα «Θεοφάνης Ερμής Θεοχαρόπουλος», αφού, ωστόσο, πρώτα υπάρξει μια μεταβατική περίοδος –έως πέντε έτη, κατά την οποία ο μηχανισμός θα λειτουργήσει με μισθωμένα εναέρια μέσα και προσλήψεις προσωπικού με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Αυτό προβλέπεται στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, το οποίο τέθηκε σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση έως τις 10 Οκτωβρίου. Είχε προηγηθεί η παρουσίασή του στο υπουργικό συμβούλιο στα τέλη Ιουλίου, μετά από επεξεργασία τεσσάρων περίπου μηνών.

Αναμφίβολα πρόκειται για ένα ουσιαστικό και απόλυτα αναγκαίο βήμα, αν και φαίνεται ότι θα χρειαστεί ακόμη αρκετός καιρός για να αποκτήσει η χώρα μας έναν πραγματικό μηχανισμό έρευνας και διάσωσης, ο οποίος δε θα περιορίζεται σε μια απλή αερομεταφορά, αλλά θα προβλέπει και την παροχή πρώτων βοηθειών από προσωπικό με πιστοποιημένη γνώση παροχής πρώτων βοηθειών στο πλαίσιο της διάσωσης.

Και αυτό γιατί στο σχέδιο νόμου διατυπώνεται το γενικό πλαίσιο του μηχανισμού, το οποίο θα αναλάβει να εξειδικεύσει του Επιτελείο του Πυροσβεστικού Σώματος ως προς τα κατάλληλα, από επιχειρησιακής άποψης, και αναγκαία σε αριθμό εναέρια μέσα έρευνας και διάσωσης, το αναγκαίο σε ειδικότητες και αριθμό προσωπικό, ιδίως, μελών πληρώματος, χειριστών, τεχνικών, διασωστών, ορειβατών, υγειονομικού προσωπικού για την κάλυψη του επιχειρησιακού έργου έρευνας και διάσωσης σε όλη την επικράτεια, τις κατάλληλες και αναγκαίες βάσεις επιφυλακής/ετοιμότητας προσωπικού και εναέριων και λοιπών μέσων για την εκτέλεση του επιχειρησιακού έργου, καθώς και το χρονοδιάγραμμα.

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο, που συμπεριλαμβάνεται στο σχέδιο νόμου, είναι ο τρόπος χρηματοδότησης του Εθνικού Μηχανισμού Εναέριας Έρευνας και Διάσωσης. Όπως αναφέρεται, για την ενίσχυση του Πυροσβεστικού Σώματος με ανθρώπινο δυναμικό, υποδομές και υλικοτεχνικό εξοπλισμό, επιβάλλεται εισφορά υπηρεσίας εναέριας έρευνας και διάσωσης, η οποία εισπράττεται κατά την αναχώρηση από τους ελληνικούς αερολιμένες προς τους αερολιμένες εξωτερικού από κάθε αναχωρούντα επιβάτη. Ούτε, ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση προβλέπεται το ύψος της εισφοράς, το οποίο θα αποτελέσει αντικείμενο υπουργικής απόφασης.
Οι Περιφερειακές Βάσεις Ετοιμότητας/Επιφυλακής
Όπως προαναφέρθηκε, στο σχέδιο νόμου δεν υπάρχει αναφορά στο πόσες Περιφερειακές Βάσεις Ετοιμότητας/Επιφυλακής θα λειτουργήσουν και τα σημεία που θα χωροθετηθούν. Το σχέδιο νόμου περιορίζεται στο ότι θα υπάγονται διοικητικά στην Υπηρεσία Εναερίων Μέσων Πυροσβεστικού Σώματος και επιχειρησιακά στον Αρχηγό της Πυροσβεστικής, καθώς και στο ότι σε κάθε μία θα διατίθενται ελικόπτερα και το αναγκαίο σε ειδικότητες και αριθμό προσωπικό.

Συζήτηση, πάντως, έχει γίνει για το πόσες και που θα πρέπει να είναι οι Περιφερειακές Βάσεις Ετοιμότητας/Επιφυλακής, κάτι, άλλωστε, που προκύπτει από συγκεκριμένα κριτήρια, που έχουν να κάνουν με το ανάγλυφο της χώρας, τα χιονοδρομικά κέντρα και τα νοσοκομεία.

Σύμφωνα με εργασία για την ορεινή ελικοδιάσωση, που εκπόνησε η γεωλόγος Βασιλική-Λυδία Πανταζή-Κορωναίου, στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού της στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και παρουσιάστηκε πριν λίγες ημέρες στο 10ο Συνέδριο του ΕΜΠ και του Μετσόβιου Κέντρο Διεπιστημονικής Έρευνας –ΕΜΠ, για την κάλυψη της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Κρήτης, με σενάριο πρόσβασης στον τόπο του ατυχήματος μέσα σε 15 λεπτά, δηλαδή στο αποκαλούμενο και «χρυσό τέταρτο», θα πρέπει να χωροθετηθούν έντεκα βάσεις ελικοπτέρων.

Σε Αλεξανδρούπολη, Καβάλα, Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Ιωάννινα, Λάρισα, Αγρίνιο, Θήβα, Τρίπολη, Χανιά και Ηράκλειο. Σε όλες τις ακτίνες δράσης εμπεριέχεται τουλάχιστον ένα νοσοκομειακό ελικοδρόμιο, πέραν της βάσης της Κοζάνης, η οποία ωστόσο περιτριγυρίζεται από των Θεσσαλονίκης, Λάρισας και Ιωαννίνων.

Ο απαιτητικός στην αεροδιάσωση Όλυμπος καλύπτεται από τις τροχιές τριών βάσεων (Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Λάρισα). Επίσης, το μεγαλύτερο τμήμα της Πίνδου είναι καλυμμένο, ενώ τα ενδιάμεσα τμήματά του είναι σε κοντινή απόσταση από τέσσερις βάσεις (Ιωάννινα, Κοζάνη, Αγρίνιο, Λάρισα).

Το βορειότερο και το νοτιότερο τμήμα της Πελοποννήσου, άρα και τμήματα των βουνών του Ταϋγέτου, του Ερύμανθου κ.α., παρουσιάζονται χωρίς κάλυψη, βρίσκονται, ωστόσο, πολύ κοντά στα όρια της τροχιάς της βάσης της Τρίπολης. Υπάρχει κάλυψη σε όλα τα χιονοδρομικά κέντρα, εκτός από τα Πισοδέρι και Καϊμακτσαλάν, τα οποία απέχουν ελάχιστα από την τροχιά της βάσης της Κοζάνης, και του Λαϊλιά, που απέχει ελάχιστα από την τροχιά της βάσης της Καβάλας.

Στην εργασία περιλαμβάνεται και ένα δεύτερο σενάριο, με πρόσβαση σε 30 λεπτά, το οποίο επισημαίνεται ότι δεν αποτελεί προτεινόμενη λύση, αλλά πραγματοποιείται για την ανάδειξη των αρχικών απαραίτητων βάσεων. Σε αυτό το σενάριο χωροθετούνται έξι μόνιμες βάσεις ελικοπτέρων, σε Αλεξανδρούπολη, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Θήβα, Τρίπολη και Ηράκλειο.

Σε όλες τις ακτίνες δράσεως εμπεριέχονται τουλάχιστον δύο νοσοκομειακά ελικοδρόμια, πέραν των Ιωαννίνων, που εξυπηρετούνται μόνο από αυτό των Ιωαννίνων, και της Θήβας όπου εμπεριέχονται τέσσερα ελικοδρόμια. Ο Όλυμπος καλύπτεται από τις τροχιές δύο βάσεων (Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα), η Πίνδος καλύπτεται επαρκώς και καλύπτονται όλα τα χιονοδρομικά κέντρα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ