Οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η ΕΕ έχουν επιβάλει οικονομικές κυρώσεις στη Ρωσία μετά την εισβολή της στην Ουκρανία και εκατοντάδες διεθνείς εταιρείες έχουν αποχωρήσει από τη χώρα.

Ο αντίκτυπος αυτών των μέτρων μόλις τώρα αρχίζει να γίνεται αισθητός, με το κόστος των βασικών προϊόντων να αυξάνεται, τον διαφαινόμενο κίνδυνο απώλειας θέσεων εργασίας και με μια αυξανόμενη αίσθηση απομόνωσης.

Μαγειρικό λάδι, ζάχαρη και φάρμακα για την αρτηριακή πίεση

Οι τιμές των προϊόντων αυξήθηκαν κατά 2,2% την πρώτη εβδομάδα της εισβολής, με τα τρόφιμα να συγκαταλέγονται μεταξύ των μεγαλύτερων αυξήσεων. Ορισμένα καταστήματα περιορίζουν την πώληση βασικών ειδών διατροφής, μετά από αναφορές για συσσώρευση. Οι πωλήσεις φαρμάκων δεν υπόκεινται σε κυρώσεις, αλλά με τις μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες να αναστέλλουν τις υπηρεσίες τους, οι προμήθειες θα μπορούσαν να πληγούν.

Το ρούβλι έχει πέσει κατακόρυφα από τότε που η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, οδηγώντας πολλά καταστήματα λιανικής πώλησης να αυξήσουν τις τιμές τους. Η Ντάρια, που ζει στο κέντρο της Μόσχας, λέει στο BBC ότι δεν έχει δει ακόμη άδεια ράφια. «Τα τρόφιμα δεν θα εξαφανιστούν, αλλά θα γίνουν πιο ακριβά», λέει. «Πόσο πιο ακριβά, δεν μπορώ να φανταστώ – και φοβάμαι ακόμη και να το σκεφτώ».

Ο Γιαν, είναι πολίτης της ΕΕ που ζει και εργάζεται στη Μόσχα. «Στις 20 Φεβρουαρίου παρήγγειλα ψώνια για 5.500 ρούβλια, περίπου 57 δολάρια, και τώρα το ίδιο καλάθι κοστίζει 8.000», λέει στο BBC. Η τιμή του γάλακτος έχει σχεδόν διπλασιαστεί τις τελευταίες δύο εβδομάδες, προσθέτει.

Οι τιμές της ζάχαρης και των δημητριακών ήταν ήδη περίπου 20% υψηλότερες φέτος τον Φεβρουάριο από ό,τι πριν από ένα χρόνο. Το ρωσικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Tass δήλωσε ότι ορισμένοι έμποροι λιανικής πώλησης συμφώνησαν να περιορίσουν τις αυξήσεις των τιμών σε ορισμένα βασικά είδη διατροφής στο 5%. Άλλοι περιορίζουν την ποσότητα βασικών προϊόντων όπως το αλεύρι, η ζάχαρη και το λάδι που μπορούν να αγοράσουν οι πελάτες.

Τελευταία iPhones και μια τελευταία ευκαιρία για «ξένη ευδαιμονία»

Η Ντάρια είχε σκεφτεί να αγοράσει νέους φορητούς υπολογιστές για την οικογένειά της και βιάστηκε να προχωρήσει στην αγορά τους καθώς έβλεπε τις τιμές να αυξάνονται συνεχώς. «Στις αρχές Φεβρουαρίου κόστιζαν περίπου 70.000 ρούβλια, 730 δολάρια, αλλά μέχρι το τέλος του μήνα είχαν ανέβει στα 100.000 ρούβλια, τα οποία και πληρώσαμε. Στη συνέχεια ανέβηκαν στα 140.000 πριν εξαντληθούν όλα στη Μόσχα».

Οι τιμές των νέων αυτοκινήτων έχουν επίσης αυξηθεί. «Αγοράσαμε φίλτρα και λάδι για το αυτοκίνητο για όταν θα χρειαστεί σέρβις», λέει η Ντάρια. «Καταφέραμε να τα αγοράσουμε στις παλιές τιμές πριν σχεδόν διπλασιαστούν μπροστά στα μάτια μας».

Ο Πάβελ, καθηγητής πανεπιστημίου με σύζυγο και δύο παιδιά, έψαχνε να αγοράσει συσκευές για το διαμέρισμά τους στη Μόσχα. Την ημέρα που ξεκίνησε ο πόλεμος, είδε κάποιες τιμές να αυξάνονται σχεδόν κατά 30%. Κατάφερε να αγοράσει ένα ψυγείο, μια κουζίνα, ένα πλυντήριο ρούχων και έναν βραστήρα και παρήγγειλε ένα κρεβάτι και ένα ντουλάπι από το Ikea μόλις μια μέρα πριν κλείσει.

Ο συμβολισμός του κλεισίματος των 847 εστιατορίων της McDonald’s δεν έχει περάσει απαρατήρητος από τους Ρώσους – ήταν από τις πρώτες δυτικές επιχειρήσεις που άνοιξαν στη Σοβιετική Ένωση πριν από 30 χρόνια. Μέσα σε λίγες ώρες από την ανακοίνωση, εμφανίστηκαν χιλιάδες αγγελίες από Ρώσους που μεταπωλούσαν τρόφιμα από τα εστιατόριά της, έως και σε 10πλάσια τιμή από τη συνηθισμένη. «Πουλάω κοτομπουκιές και πίτες που αγοράστηκαν λίγο πριν κλείσει η αλυσίδα εστιατορίων. Η τελευταία σας ευκαιρία να γευτείτε την ξένη ευδαιμονία», ανέφερε μια αγγελία.

Όμως ο Βλαντιμίρ που ζει στο Σαράτοφ στη νοτιοδυτική Ρωσία, λέει στο BBC ότι δεν έχει νιώσει ακόμη τον αντίκτυπο των δυτικών κυρώσεων.

«Οι υποστηρικτές του Κρεμλίνου δεν θα επηρεαστούν από την πτώση του ρουβλίου, επειδή δεν αγοράζουν ακριβά ξένα αγαθά».

(AP Photo/Victor Berzkin, File Photo)

Απώλεια πελατών και ίσως διαδικτυακών υπηρεσιών

«Η κατάσταση είχε μεγάλο αντίκτυπο στην επιχείρησή μας», λέει η Νατάσα στο BBC, η οποία εργάζεται σε γυμναστήριο. «Ο αριθμός των πελατών μας έχει μειωθεί. Οι άνθρωποι μας ζητούν να επιστρέψουμε τη συνδρομή τους στο κλαμπ. Και τα έξοδά μας για το ενοίκιο, τον εξοπλισμό και την καθαριότητα αυξάνονται. Τα έξοδά μας έχουν αυξηθεί κατά 30% κατά μέσο όρο από τότε που εφαρμόστηκαν οι κυρώσεις».

Αναμένει ότι πολλές επιχειρήσεις όπως η δική της θα κλείσουν. Όσες δεν το κάνουν, θα δυσκολευτούν να βρουν Ρώσους κατασκευαστές για να αντικαταστήσουν τον εισαγόμενο εξοπλισμό.

Η Νατάσα δυσκολεύεται να συμβιβαστεί με τις αλλαγές. «Πρόκειται για ένα εντελώς νέο είδος κρίσης που μας κάνει όλους να νιώθουμε χαμένοι και μπερδεμένοι. Όχι μόνο στην επιχείρηση αλλά και στην ίδια μας τη ζωή. Η απώλεια εισοδήματος, το να πρέπει να εγκαταλείψουμε έναν τρόπο ζωής, οι μειωμένες αλληλεπιδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το να μην μπορούμε να ταξιδέψουμε για να δούμε την οικογένεια και τους φίλους μας που ζουν στο εξωτερικό. Υπάρχουν πολλά πράγματα που έχουμε ήδη χάσει και δεν έχουμε ακόμη κατανοήσει πλήρως».

Η Ντάρια λέει ότι το άκουσμα για την απώλεια θέσεων εργασίας καθώς μεγάλες διεθνείς εταιρείες αποσύρονται από τη Ρωσία την ανησυχεί. «Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν περικοπές στα χρηματοδοτούμενα από την κυβέρνηση έργα στα οποία εργάζομαι», λέει, «αλλά φοβάμαι πολύ μήπως χάσω τη δουλειά μου».

Κλείσιμο μέσων ενημέρωσης και μνήμες ψυχρού πολέμου

Η Ντάρια θεωρεί τον πρόεδρο Πούτιν υπεύθυνο για τις κυρώσεις, αλλά οι περισσότεροι Ρώσοι λαμβάνουν τις ειδήσεις τους από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης, τα οποία μεταφέρουν την αντι-ουκρανική προπαγάνδα του Κρεμλίνου. Πολλοί άνθρωποι τον υποστηρίζουν και μπορεί να καταλήξουν να κατηγορούν τη Δύση για τις κυρώσεις.

Άλλοι δεν εγκρίνουν τον πόλεμο, αλλά σιωπούν – είναι επικίνδυνο για τους Ρώσους να επικρίνουν τον ηγέτη τους. Οι δυτικές κυβερνήσεις ελπίζουν ότι οι κυρώσεις που επιβάλλονται στους Ρώσους θα πλήξουν αρκετά ώστε να επέλθει αλλαγή στην κορυφή, αλλά αυτό μπορεί να πάρει χρόνο.

Η άποψη ότι μόνο οι πιο εύποροι Ρώσοι θα νιώσουν τον πόνο των κυρώσεων είναι αμφισβητήσιμη. Κανείς δεν είναι σίγουρος για το τι πρόκειται να συμβεί στη συνέχεια, αλλά οι οικονομικές επιπτώσεις αναμένεται να είναι σοβαρές και μακροχρόνιες. Η κεντρική τράπεζα της Ρωσίας δήλωσε ότι υπήρξε μια «δραστική» οικονομική αλλαγή μετά την εισβολή.

Εκ πρώτης όψεως ίσως δεν μπορείτε να μαντέψετε τι συμβαίνει στη Μόσχα, λέει η Ντάρια. Οι καφετέριες και τα εστιατόρια της πόλης είναι γεμάτα, το μετρό λειτουργεί και το κέντρο είναι μποτιλιαρισμένο. «Αυτό ισχύει αν δεν δεις τις διαμαρτυρίες, τις έρευνες και τις αποχωρήσεις δημιουργικών ανθρώπων που κάνουν μεγάλο θόρυβο όταν φεύγουν. Πολλοί άλλοι άνθρωποι πιθανώς φεύγουν αθόρυβα. Αυτό μου δίνει την αίσθηση ότι μας τελειώνει ο αέρας», λέει.

Τα σημερινά γεγονότα ξυπνούν μνήμες από τη δεκαετία του 1990, όταν η οικονομία της Ρωσίας κατέρρευσε μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. «Είναι ενδιαφέρον να μιλάω με ανθρώπους γύρω στα 30 για εκείνες τις εποχές και τις κάρτες τροφίμων που είχαμε. Είχαμε κουπόνια και μάρκες για να αγοράζουμε ζάχαρη, βούτυρο και βότκα», λέει η Ντάρια.

«Θυμάμαι τις τεράστιες ουρές για να αγοράσουμε λουκάνικα. Συχνά υπήρχαν δυνατές διαφωνίες, ενάντια στην πώληση πραγμάτων στους αγοραστές που έρχονταν από άλλη πόλη. Ήταν ντροπή. Ελπίζω να μην ξαναγίνει κάτι τέτοιο. Φοβάμαι ότι θα υπάρξουν περισσότερες διαρρήξεις και ληστείες λόγω της ξαφνικής αύξησης της φτώχειας και της απώλειας θέσεων εργασίας», προσθέτει.

Ο Γιαν λέει στο BBC ότι δεν έχει παρατηρήσει ότι η ζωή έχει αλλάξει σε μεγάλο βαθμό και δεν σκοπεύει να φύγει. «Η οικογένειά μου και η δουλειά μου είναι εδώ. Είναι πολύ δύσκολο να ξεκινήσεις τη ζωή σου από την αρχή σε ένα νέο μέρος».

ΠΗΓΗ: BBC

www.ertnews.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ