Παρότι ο Μπάιντεν υποσχέθηκε λιγότερο συγκρουσιακή εξωτερική πολιτική, οι πρώτες κινήσεις του τείνουν σε μια μονομερή κλιμάκωση του «Νέου Ψυχρού Πολέμου»

Υποτίθεται ότι μετά την κάπως «αλλοπρόσαλλη» εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, ο ερχομός της κυβέρνησης Μπάιντεν θα έφερνε μια πιο «ρεαλιστική» και λιγότερο πολωτική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική. Μια πολιτική στροφή προς τις διεθνείς συμφωνίες, την αποφυγή των μεγάλων και εύκολων κλιμακώσεων, τη συνεργασία με τους συμμάχους και μια ρητορική με έμφαση στο διεθνές δίκαιο και την πολυμερή συνεργασία.

Βεβαίως, μια τέτοια ανάγνωση της προεκλογικής ρητορικής της νέα αμερικανικής κυβέρνησης θα ήταν και αυτή μονομερής. Σε τελική ανάλυση ήταν οι Δημοκρατικοί αυτοί που ιδίως στη διάρκεια της δεύτερης θητείας Ομπάμα, αποφάσισαν να κλιμακώσουν την κατεύθυνση του «φιλελεύθερου παρεμβατισμού» περνώντας ουσιαστικά στο στάδιο ενός «Νέου Ψυχρού Πολέμου», με αφορμή τα γεγονότα της Ουκρανίας και την – κατά τις ΗΠΑ – προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία.

Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο λόγος που ξεκίνησαν το 2016 οι έρευνες για το λεγόμενο Russiagate και την υποτιθέμενη ρωσική ανάμειξη στις εκλογές των ΗΠΑ ήταν μια πρωτοβουλία κατεξοχήν των Δημοκρατικών που προσπάθησαν ταυτόχρονα να αποδείξουν ότι το αποτέλεσμα των εκλογών του 2016 ήρθε ύστερα από ρωσικές παρεμβάσεις όπως και ότι ο Ντόναλντ Τραμπ ανέβηκε στην εξουσία με σκοπό να υπηρετήσει μια πολιτική που θα εξυπηρετούσε και τη Ρωσία.

Μάλιστα, ως αποτέλεσμα αυτού του πολιτικού κλίματος που διαμορφώθηκε και η εξωτερική πολιτική του Τραμπ σε μεγάλο βαθμό διατήρησε τις βασικές κατευθύνσεις μιας όξυνσης με τη Ρωσία, κρατώντας τις κυρώσεις και αποφεύγοντας κινήσεις για επαναπροσέγγιση, την ώρα που σε όλα αυτά προστέθηκε η κλιμάκωση του ανταγωνισμού με την Κίνα όπως και η ακόμη μεγαλύτερη αντιπαράθεση με το Ιράν.

Η γραμμή Μπάιντεν: συνολική αντιπαράθεση με τη Ρωσία και προοπτικά με την Κίνα
Η επιλογή του αμερικανού Προέδρου να χρησιμοποιήσει ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα για τον Ρώσο Πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, γλώσσα που είχε να ακουστεί από τις πιο σκοτεινές μέρες του Ψυχρού Πολέμου, συμπύκνωσε σε συμβολικό επίπεδο την επιλογή των ΗΠΑ να αντιμετωπίζουν τη Ρωσία κυρίως υπό την οπτική της απειλής.

Άλλωστε, όλα αυτά εντάσσονται σε μια συνολικότερη κλιμάκωση. Οι ΗΠΑ ετοιμάζονται να προχωρήσουν σε σημαντικές αναβαθμίσεις του πυρηνικού τους οπλοστασίου και πέραν της συνθήκης New Start για τη μείωση των στρατηγικών όπλων, εξακολουθούν να είναι εκτός των συμφωνιών για τους αντιβαλλιστικούς πυραύλους. Ουσιαστικά βρισκόμαστε εντός μιας νέας κούρσας των εξοπλισμών, εάν συνυπολογίσουμε και τις ρωσικές ανακοινώσεις για νέα πυραυλικά συστήματα.

Η υπόθεση Ναβάλνι γίνεται προσπάθεια να εργαλειοποιηθεί με κάθε τρόπο ως αφετηρία για νέο γύρο κυρώσεων και από τη μεριά των συμμάχων των ΗΠΑ, την ώρα που επιμένουν στις κυρώσεις για την Ουκρανία και την Κριμαία. Πρότζεκτ με σημαντικό οικονομικό όφελος για συμμάχους των ΗΠΑ όπως είναι ο αγωγός Nord Stream 2 μπαίνουν στο στόχαστρο των ΗΠΑ που ασκούν κάθε πίεση ώστε αυτά να μην ολοκληρωθούν. Σύμμαχοι σε «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ, όπως η Βρετανία ήδη μπαίνουν στο παιχνίδι ανακοινώνοντας αύξηση του πυρηνικού τους οπλοστασίου, ύστερα από δεκαετίες μείωσής του, την ώρα που ούτως ή άλλως υπάρχουν οι αντιβαλλιστικές συστοιχίες Aegis Ashore π.χ. στη Ρουμανία.

Ούτε βέβαια είναι τυχαίο ότι επιστρέφει στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ένα εγκριθεί από τη Γερουσία, ως υφυπουργός πολιτικών υποθέσεων, η Βικτώρια Νούλαντ, που έγινε γνωστή όταν το 2014 ήρθε στη δημοσιότητα ο διάλογός της με τον τότε πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Ουκρανία Τζέφρι Πάιατ (σήμερα πρεσβευτή στην Αθήνα) στον οποίο περιλαμβανόταν και η φράση ‘Fuck the EU’,  ως σχόλιο για τις ταλαντεύσεις των ευρωπαίων συμμάχων, φράση που είχε προκαλέσει έντονη αντίδραση της γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ.

Η προσπάθεια κατασκευής μιας εικόνας «απειλής»
Το πρόβλημα με την τρέχουσα αμερικανική εξωτερική πολιτική είναι ότι δύσκολα μπορεί να στοιχειοθετηθεί η έννοια της απειλής με τον τρόπο που αυτή μπορούσε να θεωρηθεί ενεργή στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου. Τότε η ΕΣΣΔ ηγείτο ενός συνασπισμού κρατών που είχαν διαφορετικό κοινωνικό σύστημα από το δυτικό καπιταλιστικό και για ένα διάστημα διεκδικούσε ρητορικά την «εξαγωγή» της επανάστασης προς τις άλλες καπιταλιστικές χώρες, ενώ συστηματικά βοηθούσε εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που υπόσχονταν μια φιλοσοβιετική πολιτική. Ωστόσο, ακόμη και τότε μετά το 1956 η βασική κατεύθυνση ήταν μάλλον η συνύπαρξη με τον καπιταλιστικό σύστημα, παρά η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης. Μάλιστα ήταν η Κίνα που αρχές της δεκαετίας του 1960 διαχωρίστηκε από την ΕΣΣΔ και επέμεινε στην κλιμάκωση της σύγκρουσης.

Σήμερα η Ρωσία είναι μια εκδοχή καπιταλιστικής χώρας, με ισχυρό ρόλο του κράτους και προσπάθεια να εκμεταλλευτεί η ζήτηση της διεθνούς αγοράς κυρίως για τα ενεργειακά προϊόντα που έχει να προσφέρει. Θεωρεί ότι έχει τον πρώτο λόγο για μια σειρά από περιοχές, όπως τον Καύκασο και διεκδικεί να έχει ένα ρόλο power broker  σε κρίσιμες συγκρούσεις, όπως αυτή της Συρίας ή της Λιβύης, για να κατοχυρώνει την παρουσία της.

Ο υπαρκτός αυταρχισμός έναντι των σχετικά αδύναμων μορφών αντιπολίτευσης στη Ρωσία δεν μεταφράζεται απαραίτητα και σε επιθετικότητα έναντι άλλων γειτονικών χωρών. Μπορεί να επέλεξε να παρέμβει στην ουκρανική κρίση (πατώντας πάνω σε υπαρκτές διαιρέσεις της γειτονικής χώρας) αλλά σε γενικές γραμμές δεν σκοπεύει να επιτεθεί ούτε στην Πολωνία ούτε στις βαλτικές χώρες, ούτε σκοπεύει να αναμειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις των δυτικοευρωπαϊκών χωρών, παρότι θα ήθελε αρκετές αμοιβαία επωφελείς οικονομικές συνεργασίες.

Σε αυτό το φόντο το αφήγημα που τείνει να κατασκευαστεί για τη διαρκή ρωσική ανάμειξη στα αμερικανικά πολιτικά πράγματα, που μάλιστα κατά καιρούς έγινε και προσπάθεια να προβληθεί και πάνω στα ευρωπαϊκά πολιτικά πράγματα δύσκολα μπορεί να σταθεί πέραν ενός ορίου.

Προφανώς και η Ρωσία θέλει να υπάρχουν φιλικές πολιτικές δυνάμεις και έχει αναγνωρίσει (όπως και οι ΗΠΑ) την αξία του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Όμως, όλα αυτά δύσκολα συνιστούν την έννοια μιας δύναμης που σήμερα ετοιμάζεται να αλώσει και να υπονομεύσει συλλήβδην τις δυτικές δημοκρατίες. Ακόμη και το υπαρκτό «δημοκρατικό έλλειμμα» της Ρωσίας, δύσκολα μπορεί να συγκριθεί με τον αυταρχικό χαρακτήρα π.χ. των Μοναρχιών του Κόλπου που οι ΗΠΑ θεωρούν στενούς και πολύτιμους συμμάχους.

Ωστόσο, ακόμη και μια τέτοια εκδοχή προβολής (και με στοιχεία «κατασκευής») μιας απειλής μπορεί να εξυπηρετήσει ένα βασικό στόχο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που είναι ακριβώς η με κάθε τρόπο κατοχύρωση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας και η έστω και αναγκαστική συμπόρευση των λοιπών συμμάχων σε αυτή την κατεύθυνση, μέσα από μια ακολουθία οξύνσεων που θα τις υποχρεώνουν να «πάρουν θέση».

Η νέα επιθετικότητα με την Κίνα
Σε επίπεδο αμερικανικής ρητορικής η Κίνα δεν έχει ακόμη την… τιμή να χαρακτηρίζεται «απειλή». Αντίθετα, αναφέρεται ως «στρατηγικός ανταγωνιστής». Παρ’ όλα αυτά ακόμη και αυτός ο προσδιορισμός παραπέμπει σε μια αυξανόμενη αντιπαράθεση. Δεν είναι τυχαίο ότι θεωρείται η «μεγαλύτερη γεωπολιτική πρόκληση» του 21ου αιώνα για τις ΗΠΑ.

Αυτή δεν θα περιοριστεί στο οικονομικό επίπεδο, όπου η οικονομία της Κίνας είναι σε μια τροχιά να φτάσει το επίπεδο των ΗΠΑ, αλλά και στο γεωπολιτικό. Δεν είναι τυχαίο ότι η συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών και των Συμβούλων Εθνικής Ασφαλείας των δύο χωρών στην Αλάσκα μάλλον αποτύπωσε αντιπαράθεση παρά συνεννόηση.

Στο οικονομικό επίπεδο, τα ερωτήματα αφορούν το εάν θα και σε ποια κλίμακα θα συνεχιστεί ο εμπορικός πόλεμος και ποια μορφή θα πάρει. Δεν είναι τυχαίο ότι η νέα κυβέρνηση δεν προτίθεται να αντιστρέψει την πολιτική αποκλεισμού κινεζικών επιχειρήσεων όπως η Huawei από την πρόσβαση σε ηλεκτρονικά τσιπ τελευταίας γενιάς.

Ως προς τα γεωπολιτικά οι ΗΠΑ επικεντρώνουν στην Νότια Σινική Θάλασσα όπως και στο θέμα της Ταϊβάν. Ωστόσο, η τρέχουσα κινεζική εξωτερική πολιτική επικεντρώνει περισσότερο σε περιοχές άμεσου ενδιαφέροντος παρά σε συνολικότερες γεωπολιτικές συγκρούσεις, κάτι που καθιστά δύσκολη την αμερικανική προσπάθεια να παρουσιαστεί ως μια άμεση απειλή.

Αυτό εξηγεί την ιδιαίτερα προβολή που λαμβάνει το θέμα της μειονότητας των Ουιγούρων, που αξιοποιείται στην προσπάθεια να παρουσιαστεί η εικόνα μιας Κίνας που επιθετικά καταπατάει δικαιώματα και άρα πρέπει να ανασχεθεί.

Κομβική διάσταση θα έχει το επόμενο διάστημα και το θέμα του Χονγκ Κονγκ, στο βαθμό που κάθε βήμα για την ένταση του ελέγχου της ενδοχώρας στην τέως βρετανική αποικία θα αντιμετωπίζεται ως επιθετική κίνηση του Πεκίνου και παραβίαση της αρχής μία χώρα, δύο συστήματα.»

Παράλληλα, οι ΗΠΑ κάνουν μια συστηματική προσπάθεια να μπορέσουν να ενισχύσουν τις ισχυρές τοπικές συμμαχίες τους στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού, μέσα από πρωτοβουλίες όπως η «τετράδα» ασφαλείας που θέλουν να διαμορφώσουν με την Ινδία, την Αυστραλία και την Ιαπωνία, αν και η πρόσφατη τηλεδιάσκεψη κορυφής κατέληξε κυρίως στην απόφαση για ένα πρόγραμμα μαζικής παραγωγής εμβολίων για να ανακοπεί  η «εμβολιαστική διπλωματία» της Κίνας.

Από τη μεριά του το Πεκίνο επιμένει ότι αυτή τη στιγμή ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για τα βήματα που έχει σχεδιάσει για την εσωτερική ανασυγκρότηση, την οικονομική ανάπτυξη, την τεχνολογικά αυτάρκεια και τη μεγαλύτερη κοινωνική ισορροπία παρά για γεωπολιτικές περιπέτειες.

Επιμένει ότι δεν έχει «γεωπολιτικές φιλοδοξίες», ότι τις εδαφικές διαφορές που έχει με άλλες χώρες θέλει να τις λύσει με διάλογο, ότι προκρίνει την οικονομική της ανασυγκρότηση, ότι δεν θα δεχτεί παρεμβάσεις στα εσωτερικά της και ότι υπάρχει περιθώριο για ένα είδος ειρηνικής συνύπαρξης και οικονομικής παγκοσμιοποίησης που θα διαμόρφωνε μια συνθήκη win win και για την ίδια και για την Κίνα.

Οι αντιφάσεις της αμερικανικής κίνησης
Οι ΗΠΑ δείχνουν να εκτιμούν ότι ανοίγοντας όλα τα μέτωπα και προσπαθώντας να δεσμεύσουν και τους συμμάχους τους σε αυτή την κατεύθυνση θα μπορέσουν να ασκήσουν αρκετή πίεση και προς τη Ρωσία και προς την Κίνα και άρα να διαμορφώσουν περιθώριο για την αμερικανική πρωτοκαθεδρία.

Βεβαίως με αυτό τον τρόπο εν μέρει είναι ως να επιδιώκουν η τακτική σύγκλιση ανάμεσα στη Ρωσία και την Κίνα, που υποτίθεται ότι είναι κάτι που θα ήθελαν να αποφύγουν ως ενδεχόμενο, να έρχεται πιο κοντά μέσα από την ίδια τη δυναμική της δικιάς τους επιλογής να ανοίξουν όλα τα μέτωπα.

Η κίνηση αυτή δεν είναι χωρίς αντιφάσεις. Αυτό φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά στο θέμα της συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Παρότι η κυβέρνηση Μπάιντεν διακήρυξε μια λιγότερο συγκρουσιακή κατεύθυνση, τελικά μέσα στη λογική μιας «οριζόντιας» επιθετικότητας σε όλα τα μέτωπα που προκρίνει καταλήγει να παροξύνει ακόμη και τις σχέσεις με την Τεχεράνη, αφού δεν επιλέγει μια κατεύθυνση άμεσης επιστροφής στη συμφωνία.

Ωστόσο, δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι το σύνολο των συμμάχων θα συμπαραταχτούν σε αυτή την κατεύθυνση. Ήδη στην Ευρώπη μπορεί να υπάρχουν οι παραδοσιακά πιο «ατλαντιστικές» δυνάμεις, όμως ταυτόχρονα σε θέματα όπως ο αγωγός Nord Stream 2 δεν είναι απαραίτητα διατεθειμένοι να συμπαραταχθούν πλήρως με την αμερικανική πολιτική.

Το ίδιο ισχύει και για το βαθμό αντιπαράθεσης με την Κίνα, παρά τη μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα για τις κινεζικές επενδύσεις. Αντίστοιχα, ακόμη και χώρες παραδοσιακά επιφυλακτικές απέναντι στην Κίνα και με ανοιχτά μέτωπα με την τελευταία, όπως η Ινδία, δεν είναι βέβαιο ότι θα ήθελαν σήμερα μια μεγαλύτερη κλιμάκωση της σύγκρουσης με την Κίνα.

Κυρίως, όμως, σε αυτή τη φάση οι ΗΠΑ δεν μπορούν εύκολα να υποδείξουν ποιος είναι ο κοινός κίνδυνος έναντι του οποίου πρέπει να συσπειρωθούν οι σύμμαχοί τους, δηλαδή το είδος συστημικής απειλής που θα ήταν το σύγχρονο αντίστοιχο του «κομμουνισμού», ούτε να προσδιορίσουν το οικονομικό και κοινωνικό συμφέρον που θα προωθήσου πιο αποφασιστικά μέσα από αυτή τη νέα κλιμάκωση των γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων. Κοντολογίς δείχνουν να ξεχνούν ότι ο Ηγεμόνας πρέπει να καταδεικνύει με απτό τρόπο γιατί η ηγεμονία του είναι πιο συμφέρουσα.

In.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here