Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία δεν έχει ακόμη συμπληρώσει δύο εβδομάδες, και παρόλα αυτά δεκάδες τίτλοι από μεγάλα μέσα ενημέρωσης υποδηλώνουν τώρα ότι η Ουκρανία «κερδίζει τον πόλεμο της πληροφορίας» σε μεγάλο μέρος του κόσμου (η Ρωσία και η Κίνα μπορεί να αποτελούν αξιοσημείωτες εξαιρέσεις). Ένας πρωταρχικός λόγος για την επιτυχία της Ουκρανίας, υποστηρίζουν, είναι ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντιμίρ Ζελένσκι, ένας πρώην ηθοποιός του οποίου το ηγετικό στυλ, η γνώση των μέσων ενημέρωσης και οι ειλικρινείς, συναισθηματικές εκκλήσεις του, έχουν προκαλέσει την συμπάθεια για τη χώρα του. Είναι, όπως το έθεσε ένας τίτλος, «ένας σεβαστός ήρωας πολέμου και ένα πολιτιστικό είδωλο».

Οι επιδόσεις του Ζελένσκι ως ηγέτη σε καιρό πολέμου είναι αξιοσημείωτες για τον τρόπο με τον οποίο αξιοποίησε το νέο περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης και διαμόρφωσε την κοινή γνώμη. Παρόλα αυτά, δεν θα πρέπει να ανακηρύξουμε νικητές και ηττημένους του πολέμου της πληροφορίας τόσο σύντομα. Όπως και ο πόλεμος στο έδαφος, η κλίμακά του είναι ιλιγγιώδης και δυναμική: Η στιγμιαία επιτυχία στη διαδικτυακή σύγκρουση δεν είναι απαραίτητα ενδεικτική της μελλοντικής επιτυχίας. Μου έχει κάνει εντύπωση πώς το ψηφιακό αποτύπωμα της σύγκρουσης έχει επιβεβαιώσει και ταυτόχρονα ανατρέψει ορισμένες μακροχρόνιες αντιλήψεις και προσδοκίες για τον πόλεμο της πληροφορίας. Την τελευταία μισή δεκαετία, ακτιβιστές, δημοσιογράφοι και ακαδημαϊκοί σε όλο τον κόσμο, έχουν μελετήσει και τεκμηριώσει τον τρόπο με τον οποίο οι πληροφορίες κυκλοφορούν στο διαδίκτυο και πώς χειραγωγούνται. Τις τελευταίες δύο εβδομάδες, κάποιοι έμαθαν ότι τα συμπεράσματά τους είναι λιγότερο χρήσιμα σε καιρό πολέμου.

Η πρώτη έκπληξη είναι ότι, παρά τον πολύ θόρυβο, ένα ισχυρό «σήμα» προέρχεται από την πρώτη γραμμή. Σε ένα διαδίκτυο όπου η προπαγάνδα και οι θεωρίες συνωμοσίας ευδοκιμούν, θα περίμενε κανείς ότι ένας χερσαίος πόλεμος στον οποίο εμπλέκεται η Ρωσία, θα είχε ως αποτέλεσμα έναν συγκεχυμένο καταιγισμό διαδικτυακών «σκουπιδιών» και ψευδών ειδήσεων που καθιστούν την τρέχουσα κατάσταση της σύγκρουσης πραγματικά άγνωστη. Ωστόσο η τεκμηρίωση της πραγματικής στρατιωτικής δράσης έχει παρουσιαστεί με σαφήνεια σε όλη τη Δύση. Έχουμε δει πολλά παραδείγματα παραπληροφόρησης και χειραγώγησης των μέσων ενημέρωσης. Ορισμένοι οπορτουνιστές προσπαθούν να περάσουν ιστορικά αποσπάσματα ή ακόμη και βίντεο-παιχνίδια ως φρέσκο πολεμικό υλικό, για παράδειγμα. Ωστόσο, οι ψηφιακές «απομιμήσεις» καταρρίπτονται επίσης σε πραγματικό χρόνο, ενώ το πραγματικό υλικό επαληθεύεται από μια ομάδα εκπαιδευμένων ερευνητών από αίθουσες ειδήσεων και εθελοντικές οργανώσεις. Σε εφαρμογές όπως το Telegram, υπάρχουν κανάλια με χιλιάδες ανθρώπους -ένας «στρατός χάκερ», όπως τους αποκαλεί ένα άρθρο του Forbes- που προσπαθούν να αναφέρουν και να «κατεβάσουν» πληροφορίες από τα ρωσικά κρατικά μέσα ενημέρωσης και να συντονίσουν κυβερνοεπιθέσεις κατά της Ρωσίας.

(AP Photo/Alexander Zemlianichenko)

«Υπήρξαν στιγμές σε αυτή την πρώιμη συγκυρία όπου ένιωσα ότι για πρώτη φορά ο πόλεμος της πληροφορίας κερδήθηκε από τους μαχητές της παραπληροφόρησης», μου είπε αυτή την εβδομάδα ο Έλιοτ Χίγκινς, ένας από τους ιδρυτές του πρότζεκτ Bellingcat. Ο Χίγκινς, ο οποίος ξεκίνησε να καλύπτει τις παγκόσμιες συγκρούσεις στο διαδίκτυο το 2012 κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Συρία, συνέβαλε στην έρευνα ανοικτού κώδικα, οι οποίες χρησιμοποιούν υλικό και εικόνες που δημοσιεύονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για να βρουν και να οργανώσουν αποδείξεις για μάχες και θηριωδίες.

Από το 2014, το Bellingcat εστιάζει μεγάλο μέρος της προσοχής του στη Ρωσία και την Ουκρανία, όταν άρχισε να εξετάζει την κατάρριψη της πτήσης 17 της Malaysia Airlines στην περιφέρεια Ντόνετσκ. «Υπάρχει ένα προϋπάρχον δίκτυο σε αυτή την περιοχή που εκτείνεται από το 2014 και δεν έχει εξαφανιστεί», δήλωσε. «Οι δημοσιογράφοι ακολουθούν αυτό το δίκτυο, όπως και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής. Έτσι, έχετε βίντεο που γεωγραφικά εντοπίζονται γρήγορα και διατηρούνται για αποδεικτικά στοιχεία εγκλημάτων πολέμου, και αυτό καθιστά εξαιρετικά δύσκολο για τις ψευδείς ρωσικές αφηγήσεις να επικρατήσουν». Ο Χίγκινς πιστεύει ότι το έργο του Bellingcat έχει επηρεάσει και άλλους. Πολλά ειδησεογραφικά πρακτορεία ενσωματώνουν πλέον την έρευνα ανοικτού κώδικα στα πολεμικά ρεπορτάζ τους.

Η Τζέιν Λιτβινένκο, ανώτερη ερευνήτρια στο Κέντρο Shorenstein Center on Media, Politics and Public Policy του Χάρβαρντ, υποστηρίζει ότι το διαδικτυακό κοινό, ιδίως εκείνο που παρακολουθεί τις έκτακτες ειδήσεις, είναι λίγο πιο επιφυλακτικό από ό,τι ήταν παλαιότερα και είναι σε θέση να εντοπίζει καλύτερα τις απόπειρες επηρεασμού. Μου είπε ότι οι ερευνητές ανοικτού κώδικα, όπως αυτοί που εργάζονται στο Bellingcat, «έχουν κάνει τα κίνητρα της Ρωσίας πολύ πιο σαφή» από ό,τι θα ήθελε ο Βλαντιμίρ Πούτιν. «Όχι μόνο μπορούμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι των επιχειρήσεων «πλαστής σημαίας» (operation false flag) και της παραπληροφόρησης, αλλά μπορούμε να δείξουμε πόσο ανεπαρκώς εκτελεσμένες είναι αυτές οι προσπάθειες προπαγάνδας», είπε.

Αυτή είναι η δεύτερη έκπληξη. Ο διαδικτυακός μηχανισμός προπαγάνδας και επιρροής της Ρωσίας δεν είναι ούτε κατά διάνοια τόσο εξελιγμένος ή αποτελεσματικός με μη ρωσικά ακροατήρια όσο πολλοί πίστευαν (τουλάχιστον μέχρι τώρα). Οι πρώτες προσπάθειες της Ρωσίας να παρουσιάσει ψευδώς την Ουκρανία ως έθνος νεοναζί ήταν «τεμπέλικες», ανακυκλώνοντας παλιό υλικό, είπε ο Χίγκινς.

«Έχουν γίνει τόσες πολλές συζητήσεις για το πόσο καταπληκτική είναι η Ρωσία στην παραπληροφόρηση. Διαπιστώνουμε όμως ότι τελικά δεν ήταν τόσο καλή, απλώς εμείς δεν ήμασταν προετοιμασμένοι γι’ αυτό. Δεν ήμασταν καλοί στην επαλήθευση ή την αποκάλυψη, και μπερδέψαμε τη δική μας ανικανότητα με τη ρωσική ιδιοφυΐα».

Παρόλα αυτά, ορισμένες εκστρατείες ψευδών ειδήσεων του Κρεμλίνου ήταν επιτυχείς, και είναι σίγουρα πιθανό ότι ο μηχανισμός προπαγάνδας της Ρωσίας απλώς πιάστηκε στα πράσα από την εισβολή και δεν έχει ακόμη αναζωογονηθεί.

Υπάρχει βέβαια και η αντίθετη πλευρά όλων αυτών: ο πόλεμος της πληροφορίας που διεξάγει η Ρωσία στους ίδιους τους πολίτες της – τόσο στις πληροφορίες που μεταδίδει όσο και τις εξωτερικές πληροφορίες που αποκλείει από το κοινό της. Από όλα τα στοιχεία αυτής της κρίσης, αυτό ίσως είναι το πιο δύσκολο για τους ξένους να το αξιολογήσουν αποτελεσματικά. Είναι επίσης μια υπενθύμιση -για να είμαστε ταπεινοί στις προβλέψεις μας- ότι αυτό που μπορεί να φαίνεται στα μάτια μας ως αναποτελεσματική προπαγάνδα, μπορεί να διαβάζεται διαφορετικά από τα ακροατήρια στη Ρωσία. Παρά τα αξιοσημείωτα πλάνα των Ρώσων που διαμαρτύρονται για τον πόλεμο, οι αναφορές υποδηλώνουν ότι τα μηνύματα του Κρεμλίνου έχουν εξαπατήσει ορισμένους Ρώσους οι οποίοι ακόμη αρνιούνται την ίδια την ύπαρξη της σύγκρουσης.

Ίσως βλέπουμε πόσο δύσκολο είναι να διεξάγεις έναν επιτυχημένο πόλεμο της πληροφορίας όταν είσαι ξεκάθαρα ο κακός. Η εισβολή της Ρωσίας και οι οδυνηρές εικόνες καταστροφής των ουκρανικών πόλεων, έχουν δημιουργήσει μια παγκόσμια κρίση και μια ηθική συναίνεση που είναι ασυνήθιστη στην εποχή του διαδικτύου. Η Λιτβινένκο μου είπε ότι οι Ουκρανοί έχουν διαπρέψει στο να λένε στον κόσμο τι τους συμβαίνει. Το μήνυμα της ανθεκτικότητάς τους, υποστήριξε, έχει ενισχυθεί από μια μεγάλη ουκρανική διασπορά σε όλο το διαδίκτυο.

«Αυτή τη στιγμή, κατά τη διάρκεια ενός πολέμου με πυρά, θα περίμενε κανείς να δει τη Ρωσία να προσπαθεί να δημιουργήσει χάος και σύγχυση και να αποθαρρύνει τους ανθρώπους στην εμπόλεμη ζώνη», είπε η Ρενέ ΝτιΡέστα, ειδική σε θέματα υπολογιστικής προπαγάνδας.

Ωστόσο, οι καθολικά αποδεκτές αφηγήσεις μπορεί να είναι παροδικές, ειδικά όταν ο έλεγχος των μέσων ενημέρωσης εξασθενεί. Ο κόσμος παρακολουθεί τις ειδήσεις από την Ουκρανία αυτή τη στιγμή, λέει ο Μάικ Κόφιλντ, ερευνητής στο Κέντρο Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον, αλλά η προσοχή είναι πάντα ασταθής. «Αυτό που με ανησυχεί είναι ότι όταν η προσοχή δεν θα είναι τόσο έντονη, θα μπορούσαν να υπάρξουν περισσότερες προσπάθειες να θολώσουν την αφήγηση», είπε. Ο ερευνητής επεσήμανε τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου και υποστήριξε ότι η συνεχής προβολή του υλικού οδήγησε αρχικά σε μια ευρεία καταδίκη της εξέγερσης, αλλά ότι, με κάποια απόσταση από αυτή την έντονη κάλυψη, πολλοί συμμετέχοντες και Ρεπουμπλικάνοι προσπάθησαν να ξαναγράψουν την ιστορία.

Η Ουκρανία, φυσικά, έχει τους δικούς της προπαγανδιστικούς στόχους. Οι επίσημοι κυβερνητικοί λογαριασμοί έχουν συμβάλει στην ενίσχυση ιστοριών αμφισβητήσιμης αλήθειας, όπως μια διαψευσμένη είδηση σχετικά με τους αναφερόμενους θανάτους των στρατιωτών που βρίσκονταν στο νησί Snake. Ορισμένες από αυτές τις ιστορίες έχουν ενισχυθεί άκριτα από όσους επηρεάζονται από τις σκηνές που προέρχονται από την Ουκρανία, οδηγώντας σε αυτό που οι New York Times αποκάλεσαν «μείγμα γεγονότων και μυθοπλασίας».

Ένας ειδικός σε θέματα Ρωσίας και Ουκρανίας πρότεινε ότι ένα μεγάλο μέρος των πληροφοριών που βλέπουμε στις ροές μας ανά πάσα στιγμή, είναι «ανεπιβεβαίωτες ή εντελώς ψευδείς». Για παράδειγμα, ένα πρόσφατο βίντεο που φέρεται να δείχνει έναν Ουκρανό να καπνίζει και να μεταφέρει ήρεμα μια νάρκη σε ασφαλές σημείο, έκανε γρήγορα το γύρο του Twitter. Ενώ ορισμένοι παρατηρητές χάρηκαν με τη γενναιότητα και την ανεμελιά του άνδρα, άλλοι είδαν ενδείξεις μιας επικείμενης καταστροφής.

(Twitter)

Η εμμονή με τους νικητές σε έναν πόλεμο της πληροφορίας μπορεί να είναι επιβαρυμένη, ακόμη και επικίνδυνη. Ο Πίτερ Πομεραντσέφ, ανώτερος συνεργάτης στο Ινστιτούτο SNF Agora του Πανεπιστημίου John Hopkins και μελετητής της ρωσικής προπαγάνδας, υποστήριξε το 2019 σε άρθρο του στο περιοδικό TIME, ότι ο φακός του πολέμου της πληροφορίας κινδυνεύει να «ενισχύσει μια κοσμοθεωρία που θέλει το Κρεμλίνο – ότι όλες οι πληροφορίες είναι απλώς χειραγώγηση». Στο Twitter, ο Πομεραντσέφ υπέθεσε ότι η υπερβολική εστίαση στον πόλεμο της πληροφορίας θα μπορούσε να ισοπεδώσει αυτό που θεωρεί ως μια κρίσιμη διαφορά μεταξύ της ρωσικής και της ουκρανικής προσέγγισης στην πληροφόρηση.

«Συνεργατική επικοινωνία είναι όταν εμπλέκεις τους ανθρώπους και τους αντιμετωπίζεις ως ίσους», έγραψε. «Σίγουρα ο ουκρανικός στρατός κάνει κάθε είδους ψυχολογικές επιχειρήσεις για να επιβιώσει. Αλλά ο Ζελένσκι αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως ίσους, προσπαθεί να τους εμπλέξει και να τους εμπνεύσει – αυτό δεν είναι πόλεμος της πληροφορίας. Είναι το αντίθετο».

Ο Μπράντον Σίλβερμαν, δημιουργός του εργαλείου ψηφιακής διαφάνειας CrowdTangle, μελετά και παρακολουθεί τον τρόπο με τον οποίο οι πληροφορίες κυκλοφορούν στις μεγαλύτερες πλατφόρμες του διαδικτύου. Όπως λέει, είναι εξαιρετικά προσεκτικός όταν κάνει οποιεσδήποτε γενικές εκτιμήσεις για αυτά που βλέπει στο διαδίκτυο. Όταν του ζήτησα τις πρώτες του παρατηρήσεις σχετικά με την ψηφιακή πλευρά της σύγκρουσης, απέφυγε να μου απαντήσει.

«Δεν πρόκειται να αισθανθώ ότι έχω μια επιστημολογικά σίγουρη κατανόηση του τι έχει συμβεί για πιθανώς περίπου έξι με εννέα μήνες», είπε.

Ο Σίλβερμαν εστιάζει στις αποχρώσεις του πληροφοριακού πολέμου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα οποία έχουν αρχίσει να αποκλείουν τα ρωσικά κρατικά κανάλια όπως το RT. Ανησυχεί λιγότερο για το περιεχόμενό τους και πολύ περισσότερο για τη διαδικασία και τη διαφάνεια. Οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης κατεβάζουν και διαγράφουν πλήρως τα κανάλια των ρωσικών κρατικών μέσων ενημέρωσης, προειδοποίησε, αντί να τα αρχειοθετούν για να τα μελετήσουν αργότερα.

«Αν κοιτάξετε πίσω σε ένα χρόνο από τώρα, οι ερευνητές και οι ιστορικοί και όσοι ερευνούν εγκλήματα πολέμου θα θέλουν να μάθουν τι έκαναν αυτά τα κανάλια πριν από αυτή την εισβολή», είπε. «Πώς μπορούμε να μάθουμε πόσο αποτελεσματική ήταν μια προπαγάνδα αν δεν μπορούμε να τη μελετήσουμε;» πρόσθεσε.

Οι συζητήσεις μου με αυτούς τους ειδικούς με έπεισε ότι μπορεί να έχουμε πρόσβαση σε πραγματικό χρόνο σε ακριβείς πληροφορίες για τις συνθήκες στο έδαφος περισσότερο από ό,τι είχαμε για οποιαδήποτε άλλη σύγκρουση, αλλά ότι το καθεστώς ενός πολέμου της  πληροφορίας είναι πολύ μεγαλύτερο από τον καθορισμό των επιτιθέμενων και των θυμάτων. Δεν πρέπει να υιοθετήσουμε μια επικίνδυνη νοοτροπία μετα-αλήθειας και πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτό που είναι επαληθεύσιμο σήμερα, μπορεί να αμφισβητηθεί αύριο από αυτό που δεν γνωρίζουμε ακόμη ή δεν μπορούμε να δούμε.

Στη μέση ενός λεγόμενου πολέμου της πληροφορίας, όπως και στη μέση ενός χερσαίου πολέμου, είναι εύκολο να κάνουμε εκτιμήσεις πολύ νωρίς και να παρασυρθούμε από απλές αφηγήσεις. Αυτό που φαίνεται να έχει νόημα τώρα μπορεί να μην έχει νόημα αύριο. Και τα πλάνα που βλέπουμε, μπορεί να ερμηνευτούν εντελώς διαφορετικά μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου.

Ο Charlie Warzel είναι συνεργάτης του περιοδικού The Atlantic και συγγραφέας του «Galaxy Brain», ενός ενημερωτικού δελτίου για το διαδίκτυο και τις μεγάλες ιδέες.

Μετάφραση-επιμέλεια: Εύη Τσιριγωτάκη

ΠΗΓΗ: The Atlantic

 

 

www.ertnews.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ