Η απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης να προχωρήσει σε αναβάθμιση και αύξηση του πυρηνικού της οπλοστασίου αποτυπώνει τον τρόπο που εξακολουθεί να βλέπει εαυτόν ως «Μεγάλη Δύναμη» ακόμη και εάν αυτό σημαίνει εμπλοκή στη νέα κούρσα των εξοπλισμών

Πρόσφατα η Μεγάλη Βρετανία, συντασσόμενη ως προς αυτό το θέμα με τις ΗΠΑ, κατηγόρησε το Ιράν επειδή ανακοίνωσε ότι δεν θα τηρούσε όλες τις προβλέψεις της Συμφωνίας του 2015 για το πυρηνικό του πρόγραμμα.

«Δεν πιστεύω ότι πρέπει να στέλνουμε το σήμα ότι θα παραβλέψουμε αυτή τη συμμόρφωση ή απλώς να την σκουπίσουμε κάτω από το χαλί», ήταν η χαρακτηριστική δήλωση του Τζέιμς Κλέβερλι, Βρετανού υφυπουργού Εξωτερικών για θέματα Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής. Βέβαια, στην πραγματικότητα ήταν η απόφαση των ΗΠΑ να αποχωρήσουν από τη συμφωνία που ξεκίνησε το πρόβλημα.

Τώρα έρχεται η ίδια η Βρετανία έρχεται να παραβιάσει τη θεμελιώδη συνθήκη πάνω στην οποία στηρίχτηκε και η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν: τη Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων, που υπογράφηκε το 1968 και τέθηκε σε ισχύ το 1970.

Η συγκεκριμένη συνθήκη στο άρθρο VI ραναφέρει ότι τα κράτη που έχουν συνυπογράψει αυτή τη συνθήκη αναλαμβάνουν τη δέσμευση  να προχωρήσουν σε διαπραγματεύσεις για να σταματήσει η κούρσα των εξοπλισμών και για να περιοριστούν τα πυρηνικά όπλα μέχρι του πυρηνικού αφοπλισμού. Και για αρκετά χρόνια, ιδίως μετά το 1989 έγιναν βήματα προς έναν σχετικό περιορισμό των πυρηνικών οπλοστασίων.

Τώρα, όμως, φαίνεται ότι μπαίνουμε ξανά σε μια τροχιά κούρσας των εξοπλισμών ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία και η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε να μπει και αυτή, επιλέγοντας να αυξήσει το πυρηνικό της οπλοστάσιο, παραβιάζοντας ουσιαστικά τη Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων και αντιστρέφοντας μια πολιτική 30 χρόνων για τη σταδιακή μείωσή τους.

Η αναθεώρηση του βρετανικού αμυντικού δόγματος
Η απόφαση για την αύξηση του βρετανικού πυρηνικού οπλοστασίου, περιλαμβάνεται στην έκθεση για τις πολιτικές ασφάλειας, άμυνας, ανάπτυξης και εξωτερικών που παρουσίασε ο πρωθυπουργός Μπορίς Τζόνσον.

Ο τίτλος της έκθεσης «Η Παγκόσμια Βρετανία σε μια ανταγωνιστική εποχή» (Global Britain in a competitive age) αποτυπώνει ακριβώς την ιδιότυπη φιλοδοξία ανάκτησης παγκόσμιου ρόλου που αποτέλεσε άλλωστε και βασική πλευρά της ρητορικής γύρω από το Brexit και του ίδιου του Μπορίς Τζόνσον και της πτέρυγας των Συντηρητικών που επέμειναν να θεωρούν ότι η ΕΕ αποτελούσε εμπόδιο στη γεωπολιτική δυναμική της Βρετανίας.

Η έκθεση με σαφήνεια αναφέρει ότι πλέον η βρετανική κυβέρνηση εκτιμά ότι δεν μπορεί να συνεχίσει απλώς να υπερασπίζεται το status quo που διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και στηριζόταν στην τήρηση κανόνων, καθώς πλέον ο κόσμος είναι πιο συγκρουσιακός και ανταγωνιστικός. Σε αυτή τη βάση η έκθεση προκρίνει μια πιο επιθετική και ενεργητική παρέμβαση για τη διαμόρφωση μιας νέα διεθνούς αρχιτεκτονικής.

Η Ρωσία ορίζεται ως πιο οξυμμένη απειλή για την ασφάλεια της Βρετανία στην ευρύτερη ευρωατλαντική περιοχή και τίθεται θέμα αποτροπής πυρηνικών, συμβατικών και υβριδικών απειλών από αυτή, ενώ η Κίνα περιγράφεται ως «συστημικός ανταγωνιστής», αποφεύγοντας τον ρητό χαρακτηρισμό της ως «απειλής», παρότι τίθεται θέμα υπεράσπισης αξιών και συμφερόντων όταν τα παραβιάζει η Κίνα.

Παράλληλα, η έκθεση περιλαμβάνει την «ρεαλιστική πιθανότητα» ότι Βρετανία θα υποστεί μια επιτυχή χημική, βιολογική, ραδιολογική ή πυρηνική επίθεση από τρομοκρατική ομάδα μέχρι το 2030.

Η αύξηση των πυρηνικών κεφαλών της Βρετανίας
Η Μεγάλη Βρετανία πάντοτε επέμεινε στα δύο βασικά σύμβολα «Μεγάλης Δύναμης» που είχε: τη μόνιμη θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και την αυτοτελή πυρηνική αποτρεπτική δύναμη.

Το πυρηνικό οπλοστάσιο της Βρετανίας αποτελείται από πυρηνικές κεφαλές 100 κιλοτόνων για πυραύλους Trident σε πυρηνικά υποβρύχια.

Τον Απρίλιο του 2020 η Βρετανία διέθετε 195 πυρηνικά όπλα (πυρηνικές κεφαλές) από τις οποίες οι 120 ήταν επιχειρησιακά διαθέσιμες και οι 40 άμεσα ενεργές στα 4 πυρηνικά υποβρύχια της κλάσης Vanguard που αποτελούν τη βασική αιχμή απάντησης της χώρας σε ενδεχόμενη πυρηνική επίθεση. Οι αριθμοί αυτοί είναι μικρότεροι από αυτούς της δεκαετίας του 1970 όταν η Βρετανία έφτασε να έχει 500 πυρηνικές κεφαλές.

Το 2010 είχε ανακοινωθεί η σταδιακή μείωση των βρετανικών πυρηνικών όπλων σε 180 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2020 και των επιχειρησιακά διαθέσιμων σε 120 και το 2015 είχε τονιστεί ότι οι άμεσα ενεργές κεφαλές σε κάθε υποβρύχιο δεν θα είναι πάνω από 8. Πλέον ανακοινώθηκε ότι η Βρετανία θα προχωρήσει σε αύξηση των διαθέσιμων πυρηνικών κεφαλών, με τον σχεδιασμό πλέον να μιλάει για ένα οπλοστάσιο 260 πυρηνικών κεφαλών, μια σημαντική αύξηση σε σχέση με τους σημερινούς αριθμούς και μια αντιστροφή της τάσης μείωσής τους.

Η «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ και η διεκδίκηση ρόλου δυτικής «Μεγάλης Δύναμης»
Όλα αυτά αποτυπώνουν συνολικότερες μετατοπίσεις της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής και αλλά και στρατηγικά στοιχεία που πάντοτε παρέμειναν ενεργά.

Η Βρετανία παρά τη συμμετοχή στην ΕΕ ποτέ δεν επένδυσε σε μια ευρωπαϊκή λογική «συλλογικής ασφάλειας». Αντίθετα, επέμεινε πάντα στη διατήρηση της «ειδικής σχέσης» με τις ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή, πάντοτε σε τμήμα των βρετανικών ελίτ υπήρχε η λογική ότι η Βρετανία έπρεπε να ανακτήσει το κύρος μεγάλης δύναμης που θα αντιστοιχούσε στην ιστορία αλλά και την οικονομική ισχύ της. Τα πυρηνικά όπλα αποτέλεσαν τέτοιο στρατηγική ίχνος.

Βεβαίως, εύλογα θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι ο όλος σχεδιασμός πολύ περισσότερο παραπέμπει σε μια ακόμη μεγαλύτερη πρόσδεση σε μια αμερικανική εκδοχή ατλαντικής γεωπολιτικής αποφασιστικότητας (και επιθετικότητας) παρά στην έννοια ενός αυτόνομου ρόλου και μιας διαφορετικής στρατηγικής τοποθέτησης. Ούτε είναι δεδομένο ότι τα πυρηνικά όπλα θα απαντήσουν στην πραγματική στρατηγική αμηχανία της μετά Brexit Βρετανίας.

In.gr

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here